Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ - μια από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας

     Γεννήθηκε σαν σήμερα στις 17 Ιανουαρίου 1860 στην κωμόπολη Τανγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Έφυγε στις 2 Ιουλίου 1904 σε ηλικία μόλις 44άρρων ετών στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 9 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που "ξοδεύουν" τη ζωή τους μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.


     Ήταν το τρίτο παιδί από τα έξι της οικογένειάς του και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε την ελευθερία του. Ο πατέρας του δούλευε ως λογιστής και διατηρούσε τυροκομείο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατον να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο αδέλφια του Τσέχωφ, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν από το σπίτι. Για να αποφύγει την δικαστική δίωξη των δανειστών του, ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα υπόλοιπα αδέλφια του. Τ πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρογκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασσικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ότι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στη Μόσχα.


     Το 1879 μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, απ' όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Ξυπνητήρι", "Θεατής", "Μόσχα", "Φως και σκιά", "Θραύσματα", κ.ά., με το ψευδώνυμο Αντόνια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων "Τα παραμύθια της Μελπομένης" και το 1885 τις "Φανταχτερές Ιστορίες".


     Παράλληλα με το επάγγελμα του γιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο "Κύκνειο άσμα". Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του "Ιβάνοφ", το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μην δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο "Δαίμονας του δάσους" (πρώτη μορφή του έργου "Θείος Βάνιας"). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφθεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του "Ο Γλάρος". Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του το 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία "Ο Θείος Βάνιας".
Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του "Ο Γλάρος" και "Θείος Βάνιας". Η συνεργασία του Τσέχωφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Σανισβάλσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται με την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα "Οι τρεις αδερφές", πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από την Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη αποδοχή ως μέλους της, του Γκόρκι.







Σαν σήμερα, το 1904 , λίγο πριν το θάνατο του, το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας παρουσιάζει το έργο του "Ο βυσσινόκηπος" σαν δράμα, από τον σκηνοθέτη Στανισλάφσκι, προκαλώντας την απογοήτευση του συγγραφέα, ο οποίος "ήθελε" να είναι κωμωδία.

Το στοιχείο της φάρσας και οι κωμικοί χαρακτήρες

Και όντως τα πρόσωπα του έργου είναι κωμικά, ή μάλλον θα ήταν αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο «τραγικά» μέσα από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις τους. Ας δούμε λίγο για τι χαρακτήρες μιλάμε. Ο Γκάγιεφ, ο αδελφός της ιδιοκτήτριας του υποστατικού, της Λιουμπόβ Αντρέγεβνα, αναλώνεται στο να φαντάζεται διαρκώς κινήσεις του μπιλιάρδου, να βγάζει λόγο για τη βιβλιοθήκη του και να προτείνει ανόητες κι ανεφάρμοστες λύσεις για την αποτροπή της πώλησης του χρεωμένου κτήματος, ενώ ταυτόχρονα φλυαρεί ακατάσχετα και ισχυρίζεται με περηφάνια πως έχει ξοδέψει μια περιουσία σε καραμέλες. Η αδελφή του, σκορπίζει δεξιά κι αριστερά και το τελευταίο της καπίκι, άλλοτε από μεγαλομανία κι άλλοτε από ανερμάτιστη φιλανθρωπία, σχίζει τα γράμματα του άπιστου εραστή της για να μαζέψει κατόπιν τα κομμάτια και να τα κρύψει στην τσάντα της, κάνει πάρτι τη μέρα που βγαίνει σε πλειστηριασμό το κτήμα της και συμπεριφέρεται σαν κοριτσάκι στην πρώτη εφηβεία του. Ο έμπορος Λοπάχιν που θα αγοράσει στο τέλος το κτήμα, στο οποίο οι πρόγονοί του και ο ίδιος ήταν κολίγοι, έχει μερικές καλές ιδέες και ξέρει να κερδίζει χρήματα αλλά είναι κομπλεξικός, αντιδραστικός, αγροίκος και δεν τα καταφέρνει όχι να φλερτάρει αλλά ούτε καν να ζητήσει σε γάμο την ψυχοκόρη της Λιούμπα, την εργατική και τίμια Βάρια, παρόλο που θα ήταν ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν. Η ίδια η Βάρια εμφανίζει ήδη τα συμπτώματα της γεροντοκόρης και συμπεριφέρεται σαν παραλογισμένη: τη μία στιγμή θέλει να ζήσει ελεύθερη, ταξιδεύοντας και κάνοντας επισκέψεις σε μοναστήρια, ενώ την άλλη εκνευρίζεται κι απογοητεύεται γιατί ο Λοπάχιν δεν έχει ζητήσει ακόμα το χέρι της. Ξεκαρδιστικοί είναι και οι δύο νεαροί υπηρέτες. Η Ντουνιάσσα μιμείται κακότεχνα τις κυρίες της και παριστάνει αδέξια την ευαίσθητη, καλομαθημένη  δεσποινίδα ενώ ο αλαζονικός και βαθιά συντηρητικός Γιάσσα έχει αποκτήσει τόσο αριστοκρατικές έξεις, που δεν μπορεί πια παρά να ζει στο Παρίσι, να τρώει χαβιάρι και να πίνει σαμπάνια. Η Άννια, η κόρη της Λιούμπα κάνει διαρκώς παρέα με τον Τροφίμωφ, έναν αιώνιο φοιτητή της συμφοράς και βγάζουν μαζί κηρύγματα για τον καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο που έχουν οραματιστεί, αλλά δεν μπορούν καν να αντιληφθούν πως είναι τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και πως συμπεριφέρονται σαν νήπια. Ο Επιχόντωφ, ο γραμματέας, σκοντάφτει σε κάθε βήμα του, παθαίνει το ένα ατύχημα μετά το άλλο, διαβάζει βιβλία που ούτε καν τα καταλαβαίνει για να δείχνει μορφωμένος, τριγυρνάει συνέχεια μέσα στις φούστες της Ντουνιάσσα, που δεν διστάζει να τον εξευτελίζει και κρατάει ένα όπλο για την περίπτωση που θα βρει το θάρρος να αυτοκτονήσει, κάτι το οποίο όμως μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Όσο για τον Πίστσικ, ένα γείτονα κτηματία, αυτός κι αν είναι γελοίος. Μπλέκεται στα πόδια των κατοίκων του σπιτιού, ενοχλεί όλο τον κόσμο, ζητάει φορτικά δανεικά και καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά του, μέχρι και χάπια. Για να συμπληρωθεί το παζλ των κωμικών χαρακτήρων, έχουμε και την Σαρλόττα, την κουβερνάντα η οποία μεγάλωσε σε τσίρκο και διασκεδάζει κάνοντας μαγικά κόλπα, σέρνει πίσω της ένα σκυλάκι που τρώει ακόμα και καρύδια και βυθίζεται στη μοιρολατρία της, αφού νιώθει διαρκώς μόνη, παρόλο που περιστοιχίζεται από ένα πλήθος κόσμου.  Όσο για τον υπερήλικα και θεόκουφο υπηρέτη Φιρς, δεν μπορεί ούτε στα πόδια του να σταθεί αλλά περιφέρεται συνέχεια στο αρχοντικό γεμάτος σπουδή, ανακατεύεται σε όλα, συμπεριφέρεται στους αφέντες του σαν να είναι ανήλικοι και κάθε τόσο βγάζει και ένα λογύδριο για τις παλιές καλές εποχές της νιότης του.

Η δραματική αίσθηση της απώλειας και του ανικανοποίητου

Αν όμως κανείς αλλάξει ελάχιστα την οπτική του γωνία, θα δει το δράμα μέσα στην κωμωδία και το τραγικό πίσω από τη φάρσα. Ο Γκάγιεφ είναι ένας δυστυχής που έχει μάθει να τον φροντίζουν οι άλλοι και δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε τον εαυτό του ούτε τους συγγενείς του. Μαζί με τη Λιούμπα περιφέρονται σαν υπνοβάτες, καταδικασμένοι να στερηθούν τον όμορφο και ασφαλή κόσμο τους, που όμως έχει γεράσει και παρακμάσει πια τόσο πολύ, ώστε είναι προορισμένος να χαθεί για πάντα. Οι αριστοκρατικές βυσσινιές τους που αναφέρονταν μέχρι και στο λεξικό, θα κοπούν και το σπίτι τους, στο οποίο πέρασαν την ευτυχισμένη νιότη τους, θα γκρεμιστεί. Η Λιούμπα, βλέπει τη ζωή της να χάνεται κι αρπάζεται από ανέλπιδους έρωτες που την πληγώνουν χωρίς να μπορούν να την παρηγορήσουν. Μέσα της αιμορραγεί ακόμα η πληγή που της προκάλεσε η απρόσμενη απώλεια του ανήλικου γιου της, ο οποίος πέθανε από πνιγμό στο ποτάμι. Και ξέρει κατά βάθος, παρά την επιπολαιότητά της, πως ό,τι αγάπησε ή αγαπάει, δεν μπορεί να το διεκδικήσει, είναι καταδικασμένο να καταλήξει σύντομα στο θολό βυθό του νωθρού ποταμού της ζωής της, αφήνοντάς την γυμνή, ανυπεράσπιστη και μόνη. ΗΒάρια, θα αποχωριστεί τις φροντίδες του αγαπημένου υποστατικού που γέμιζαν την άχαρη ζωή της και μάλλον δεν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει μια δική της οικογένεια. Όταν το κτήμα πουλιέται, φεύγει, πηγαίνει να υπηρετήσει ξένους, αφήνοντας πίσω της κάθε ελπίδα για μια ήσυχη και ασφαλή ζωή ανάμεσα σ’ αυτούς που αγαπάει. Ο Λοπάχιν έχει κερδίσει χρήματα αλλά πάντα θα νιώθει κατώτερος κι ασήμαντος, αφού δεν μπόρεσε ούτε να μορφωθεί, ούτε να εξευγενιστεί. Γνωρίζει πως δεν γίνεται αποδεκτός από εκείνους που εκτιμάει και πως για όσους θα ήθελε να τον εκτιμούν, παραμένει ένα ενοχλητικό αν και συμπαθές, απόβλητο. Η Ντουνιάσσα έχει κατά βάθος την επίγνωση πως η αριστοκρατικότητά της είναι πλαστή, πως θα μείνει σε όλη της τη ζωή υπηρέτρια και πως μάλλον θα καταλήξει σύζυγος ενός άχαρου γέρου. Ο Γιάσσαείναι τόσο αλαζονικός, ώστε μοιραία θα προσγειωθεί ανώμαλα όταν θα τον εγκαταλείψει η φρέσκια και νεανική του εμφάνιση. Άλλωστε δεν είναι, ούτε πρόκειται να καταφέρει να γίνει ο μπον βιβέρ που ονειρεύεται. Η Άννια, είναι βέβαια δραστήρια και αισιόδοξη αλλά υποφέρει από την έλλειψη μητρικής φροντίδας και νιώθει ανασφάλεια γιατί αυτή, παρά το νεαρόν της ηλικίας της, πρέπει να φανεί δυνατή, να προστατεύει την «ανήλικη» μητέρα της ή να συνεφέρνει τον ανώριμο θείο της. Ο Τροφίμωφ ξέρει πως οι υψηλές του ιδέες δεν θα τον σώσουν από τη μιζέρια και τη φτώχεια αφού δεν είναι σε θέση ούτε τις σπουδές του να ολοκληρώσει, ούτε τα πραγματικά του αισθήματα και τις ουσιαστικές του ανάγκες να συνειδητοποιήσει, ούτε το νέο κόσμο που οραματίζεται, να διεκδικήσει. Ο Επιχόντωφ γνωρίζει πως δεν έχει καμία αξιοπρέπεια, και πως δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσει γι’ αυτόν συμπάθεια ή έλξη έστω και μία υπηρέτρια. Ταπεινωμένος κι αδέξιος, φλερτάρει ακόμα και με την αυτοκτονία. Ο Πίστσικ, στα πρόθυρα του εμφράγματος, δεν μπορεί ούτε για μια στιγμή να απελευθερωθεί από την αρρωστημένη, βουλημική εμμονή του με το χρήμα και από την καταναγκαστική αγωνία του μήπως απολέσει την πολύτιμη περιουσία του, είτε πορτοφόλι είναι αυτή, είτε χτήμα. Η Σαρλόττα, εγκαταλελειμμένη στην ουσία από την παιδική της ακόμα ηλικία, ζει απομονωμένη σ’ έναν κόσμο περίκλειστο, θλιβερό, χωρίς λάμψη και χωρίς καμιά ευτυχία, εκτεθειμένη σε κάθε αναποδιά της τύχης. Ο Φιρς εγκαταλείπεται από όλους στο παλιό αρχοντικό και πεθαίνει μόνος, μέσα σε βαθιά ανέχεια, ακούγοντας τις βυσσινιές να κόβονται για να σωριαστούν στο έδαφος, μαζί με τη λαμπρή εποχή της νιότης του, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. «Πέρασε η ζωή, πάει... σαν να μην την έζησα... Δεν έχεις πια δύναμη...Τίποτα δεν σ’ απόμεινε...» λέει στον εαυτό του στο σπαρακτικό φινάλε του έργου.






Μαρία Χαλκίδη









Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Παραίτηση της Βάσως Σκλαβούνου από την Κεντρική Επιτροπή και αποχώρηση από την ΔΗΜΑΡ






Τι είναι το κόμμα μας



Υπάρχουν δυο ειδών Έλληνες στα κόμματα.


Εκείνοι που μπαίνουν για να βολευτούν και να χρησιμοποιήσουν το μηχανισμό για όφελός τους και εκείνοι που είναι ιδεολόγοι και μένουν με την ιδέα τους.


Υπάρχουν εκείνοι που δουλεύει το κόμμα γι αυτούς και εκείνοι που δουλεύουν για το κόμμα.


Υπάρχουν εκείνοι που συχνάζουν στις καφετέριες, τις ταβέρνες και τα μπαρ και εκείνοι που παρακολουθούν και δεν έχουν να πληρώσουν.


Υπάρχουν εκείνοι που ελίσσονται και κατοχυρώνουν προνομιούχες θέσεις (Βουλή, Δημόσιο κλπ) με τις κομματικές τους διασυνδέσεις (χωρίς αξιοκρατία, διαφάνεια κλπ) όντας προσκολλημένοι ή ανήκοντας στο στενό κομματικό πυρήνα και εκείνοι που δουλεύουν και προσπαθούν να διατηρήσουν την δουλειά τους στην αγορά εργασίας, ή είναι άνεργοι ή σκέφτονται να μεταναστεύσουν.


Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν και εγκρίνουν τα μέτρα του Μνημονίου, που συνεπικουρούν τη συγκεκριμένη Συνκυβέρνηση και (με το ΛΑΟΣ) και εκείνοι που απλά υφίστανται τις συνέπειές της και λένε ΟΧΙ.


Υπάρχουν εκείνοι που ενώ βλέπουν την φοροδιαφυγή ή αδιαφορούν για τις μειώσεις των χαμηλόμισθων, των χαμηλοσυνταξιούχων, την εφεδρεία και τις επικείμενες απολύσεις και εκείνοι που βλέπουν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται, να ζουν με τον τρόμο της απόλυσης και της πλήρους φτώχειας ενώ παράλληλα το Δημόσιο έλλειμα αυξάνεται.


Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την καταλήστευση του Δημοσίου Τομέα από τους εκάστοτε ειδήμονες του είδους - και καταγγέλλουν - κατηγορούν τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και εκείνοι που βλέπουν πως η αναποτελεσματικότητα και η διόγκωσή του (οργανισμοί και γραμματείες δημιουργημένες για καθαρά πελατειακές σχέσεις) οφείλονται στην κακή διοίκηση - Διαχείριση της Κρατικής Εξουσίας.


Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την ανάπτυξη του "ιδιωτικού κρατικοδίαιτου" τομέα μέσα από το ξεπούλημα των κερδοφόρων ΔΕΚΟ και της Δημόσιας Περιουσίας στους εθνικούς προμηθευτές και στους "ξένους επενδυτές" για ένα κομμάτι ψωμί και εκείνοι που βλέπουν την ανάπτυξη να διαχέεται στη ραχοκοκκαλιά της οικονομίας στις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις καινοτομίες, από το κράτος, που θα στέκεται αρωγός του πολίτη και όχι εχθρός του, καταργώντας το κοινωνικό κράτος (Παιδεία, Υγεία, Πρόνοια).


Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την "Οικολογία" ως ευκαιρία μέσα από γιγάντιες "πράσινες" επενδύσεις που θα δημιουργήσουν ελάχιστες θέσεις εργασίας και θα δοθούν σε "επενδυτές" με αποικιακά κριτήρια και εκείνοι που βλέπουν την "Οικολογία" με μικρής κλίμακας επεμβάσεις και διάχυσής της στην τοπική κοινωνία, θεσμικά κατοχυρωμένη, εξασφαλίζοντας θέσεις εργασίας στους ντόπιους αλλά και σε όσους επιστρέψουν στην επαρχία, φαινόμενο το οποίο αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς λόγω  οικονομικής κρίσης. Ανάπτυξη που θα δώσει ώθηση στην παρατημένη ελληνική ύπαιθρο (καλλιέργεια, ιχθυοκαλλιέργεια, αλιεία, αγροτουρισμός, πολιτιστικός τουρισμός κλπ) και παράλληλα θα βοηθήσει και στην ελληνική οικονομία μειώνοντας τις εισαγωγές, αυξάνοντας τις εξαγωγές.


Ο κατάλογος είναι ατελείωτος.


Το χάσμα έχει βαθύνει τόσο πολύ που μοιάζει πλέον αγεφύρωτο, γιατί τα αστικά κυβερνητικά κόμματα - και αυτό προσπαθεί να γίνει η ΔΗΜΑΡ - (στην πλειοψηφία της) ανέχεται, συντηρεί και εκτρέφει κιόλας τους πρώτους, εκμεταλλευόμενη τους δεύτερους.


Οι πρώτοι νιώθουν μια χαρά σε αυτό το σύστημα, οι δεύτεροι νιώθουν ξένοι σε αυτό το χώρο.




Εγώ ανήκω στους δεύτερους.




(εμπνευσμένο από τον

Νίκο Παναγιωτόπουλο, συγγραφέα)



Βάσω Σκλαβούνου
Πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής
της Δημοκρατικής Αριστεράς






Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Νίκος Καββαδίας - ο ποιητής των Οριζόντων


    Όσοι έχουν ταξιδέψει με πλοία γνωρίζουν καλά τη θάλασσα και όλα όσα αυτή η ένοια περικλείει: Τις νυχτερινές μοναχικές πορείες των καραβιών με τα φώτα τους που λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες στο σκοτάδι, καθώς περνούν τις αραιά φωτισμένες παραθαλάσσιες κωμοπόλεις, τη χαρά σαν αντικρύζεις το πρωί το λιμάνι, τον ήλιο που λάμπει φλογίζοντας τα σκαριά... 

    Τις τρικυμίες, τον αέρα που φυσάει δυνατός στα καταστρώματα...

    Την πειθαρχημένη σαν ρολόι ζωή των ναυτικών, τη σκληρή εργασία που προσφέρει όλο το πλήρωμα από τον καπετάνιο ως τον τελευταίο του πληρώματος.



    Η ζωή του

     (1910-1976)

    Γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν , και τεσσάρων χρονών έφυγε με την οικογένειά του για την Κεφαλλονιά, απ΄όπου κατάγονταν οι δικοί του. Οταν πήγαινε στο Δημοτικό η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κι εκεί ο ποιητής συνέχισε το Δημοτικό και τέλειωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο. Το 1928 έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή αλλά την ίδια χρονιά αρρώστησε βαριά ο πατέρας του και αναγκάστηκε να δουλέψει. Εργάστηκε στην αρχή μερικούς μήνες σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στο φορτηγό Αγιος Νικόλαος. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, μα ήδη είχε χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν η πιο σύντομη λύση. Πήρε το δίπλωμα το 1939 αλλά ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Πήγε στρατιώτης στην Αλβανία κι έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα, τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Ξαναμπαρκάρισε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα, ως ασυρματιστής στα εμπορικά και επιβατικά καράβια. Ετσι είχε την ευκαιρία να γυρίσει όλο τον κόσμο και να γνωρίσει τις ανοιχτές θάλασσες, τα εξωτικά λιμάνια και να αντλήσει από τις άμεσες εμπειρίες του το υλικό για την ποίησή του. Επιστρέφοντας απ' το τελευταίο του ταξίδι κι ενώ ετοίμαζε την έκδοση της τρίτης συλλογής του πέθανε ξαφνικά από εγκεφαλικό επεισόδιο το Φεβρουάριο του 1975. Από παιδί ένιωσε ακατανίκητη έλξη για τη θάλασσα γι' αυτό και έγινε ναυτικός.Τα ποιήματά του έχουν έχουν πλαίσιο τη θάλασσα και θέμα τη σκληρή ζωή των ναυτικών. Ωστόσο για τον Καββαδία, που είναι ιδανικός εραστής "των μακρισμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων" η θάλασσα είναι ένας μαγικός κόσμος. Από αυτή αντλεί δύναμη και αγάπη για τον άνθρωπο.

    Μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το Θάνο Μικρούτσικο

    1. kuro siwo (Πούσι)

    Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
    δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
    Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
    και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.
    Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
    χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
    Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
    που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα
    Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
    χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
    κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
    "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "
    Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
    Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
    Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
    κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.
    Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
    Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
    κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
    πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

    2.Θεσσαλονίκη (Πούσι)

    Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
    το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
    Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις,
    μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.
    Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι
    -'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
    Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
    που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί
    Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανόλια
    μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
    Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
    ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί :
    Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
    και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
    Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
    σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού
    Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
    κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
    Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
    και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.
    Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη'
    Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ".
    Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
    μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

    3. Σταυρός του Νότου (Πούσι)

    Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
    Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
    γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
    σ΄ άλλους παρλλήλους θα 'χεις μπει.
    Κούλικο στο στήθος σου τατού,
    που όσο κι αν το καις δεν λέει να σβήσει.
    Είπαν πως την είχες αγαπήσει
    σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
    Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
    κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
    Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
    κι άκοπο μασάς κάθε πικρό.
    Το Αλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
    με το παλιονώριο πήρα κάτου.
    Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου :
    "Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".
    Αλλοτε απ΄τον ίδιον ουρανό
    έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
    με του καπετάνιου τη μιγάδα,
    μάθημα πορείας νυχτερινό.
    Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
    πήρες το μαχαίρι, δυο σεlλίνια,
    μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
    ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.
    Κάτου στις αχτές της Αφρικής
    πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
    Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
    και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

    4. Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Μαραμπού)

    Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
    όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
    στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
    κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.
    Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
    και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
    κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
    όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.
    Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
    πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
    και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
    - Σαν πάμε στο Αντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.
    Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
    και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
    και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
    με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.
    Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
    Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
    για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
    έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.
    Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,
    πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
    Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,
    και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.





                                                        Blondie cat (Βάσω Σκλαβούνου)
                                            Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.
                       Μέλος του Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.           
                               Μέλος Ένωσης Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίων Γέρακα
                            Πρόεδρος Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Γέρακα
                            (Συντηρήτρια Έργων Τέχνης & Αρχαιολογικών Ευρημάτων)

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Παγκόσμια Ημέρα ενάντια στη Βία κατά των Γυναικών-25 Νοέμβρη


" Μου έβαλε κυριολεκτικά το μαχαίρι στο λαιμό. 
Με χτυπούσε και μου ασκούσε ψυχολογική πίεση.
 Από τους πρώτους μήνες, κατάλαβα ότι έχει πρόβλημα. 
Δήλωνα φανερά ότι θέλω να φύγω από την σχέση. Έλεγα "ως εδώ". 
Και τότε δεχόμουν επίθεση."

Την πρώτη φορά που θα δεχτείς βία, είσαι θύμα ... τη δεύτερη είσαι εθελόντρια .......


Γυναίκες-σάκοι του μποξ, ένα διαρκές έγκλημα χωρίς τιμωρία.

"Εμένα κυρά μου δεν με ξέρεις ! Ή θα μάθεις να υπακούς ή πας πίσω πακέτο στον πατέρα σου"
"Χτύπα την γυναίκα σου ... μπορεί να μην ξέρεις το γιατί ... αυτή σίγουρα το ξέρει!".
   Απειλή, ταπείνωση, ξυλοδαρμός, βιασμός, δολοφονία. Ανθρώπινες τραγωδίες εγκλωβισμένες στους τοίχους της "οικογενειακής θαλπωρής".
Βίωσα στο πετσί μου τον παραλογισμό της συζυγικής κακοποίησης, υπομένοντάς την σιωπηρά ... ως το τέλος. Την αρχική μου έκπληξη, διαδέχτηκαν σταδιακά η οργή, ο φόβος, και η ανοχή. Έμαθα να καλύπτω τις πληγές μου πίσω από την πούδρα του μακιγιάζ. Πρώτα πιστεύοντας ότι έτσι θα σώσω τον γάμο μου, κατόπιν για χάριν του παιδιού μου. Πάντα με την ελπίδα πως όλα θα αλλάξουν. Μια ελπίδα σιωπηρή, κρυφή κι ανέφικτη!  Άμεση εικόνα, αδιέξοδης βίας που γεννάει το σώμα στην ψυχή! Ένιωθα τον "κίνδυνο" όταν ερχόταν στο σπίτι. Εκτός από την οικονομική και λεκτική βία, μου ασκούσε συνεχώς συναισθηματική βία, ερωτική βία, αλλά και σωματική, μετά από καυγά.
    Δεν τα έλεγα πουθενά. Μαλώναμε όταν ερχόταν ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Όταν έμπαινε κοιτούσα τον θερμοσίφωνα για να δω μη τυχόν είναι "αναμμένος" και "πυροδοτούσε" την βίαιη αντίδρασή του. Έκρυβε τα χρήματα και έλεγχε την περιουσία μου. Μου πήρε ακόμα και τον παιδικό κουμπαρά. Με έπεισε ακόμα, πως είμαι πιο φτωχή από αυτόν. Άφηνε την οικογένεια χωρίς τίποτα. Έπρεπε να του ζητώ χρήματα ακόμα και για ψωμί. Με έκανε να αισθάνομαι ένοχη. Με ανάγκασε να σταματήσω να δουλεύω. Επρόκειτο για μεθοδευμένη βία. Είχε δείξει σημάδια, αλλά δεν φανταζόμουν που μπορεί να φτάσει. Οι βρισιές, ήταν χειρότερες από τον ξυλοδαρμό! Περπατούσα στο δρόμο και φοβόμουν μήπως καιροφυλακτεί. Τον έβρισκα μπροστά μου. Όσο δούλευα, ερχόταν στην δουλειά μου και μου δημιουργούσε προβλήματα. Είναι τραγικό. Σιωπή και φόβος ...  Δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές που με χτύπησε. Κι όσο εγώ του έλεγα πως δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί του, τόσο αυτός με χτυπούσε. 
  Στην αρχή ταιριάζαμε, ήμασταν ερωτευμένοι. Ώσπου ξαφνικά, μετά το πρώτο τρίμηνο, τα πάντα ανατράπηκαν: το κακό άρχισε με ένα χαστούκι, που όμως γρήγορα εξελίχτηκε σε μπουνιά, ακόμα και στους δρόμους, ή άλλους δημόσιους χώρους για το παραμικρό. "Ήταν η κακιά η ώρα", μου δικαιολογήθηκε στην πρώτη σφαλιάρα. "Δεν θα ξαναγίνει" ισχυρίστηκε μετά και την πρώτη γροθιά ... Συνεχώς το ίδιο μου υποσχόταν. Έπαψα να τον πιστεύω, αλλά ... σιωπούσα ... χρησιμοποιούσε διάφορες μεθόδους για να με θέσει υπό τον έλεγχό του. Με παρακολουθούσε οπουδήποτε πήγαινα,, με παρενοχλούσε με συνεχή τηλεφωνήματα στη δουλειά, στη διασκέδαση, στο σπίτι ... με έβριζε ... μου επαναλάμβανε ότι "δεν αξίζω τίποτα" ... ξέσπαγε την οργή του επάνω μου όταν τα επαγγελματικά του δεν πήγαιναν καλά ... με υποβίβαζε ... με έλεγχε ... μου έλεγε πως χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα ... προσπαθούσε να με απομονώσει κοινωνικά από συγγενείς και φίλους .... με ταπείνωνε και με υποτιμούσε συστηματικά .... με εκβίαζε ...με απειλούσε ... οι φράσεις: "αν ήσουν αλλιώς", "έχουν τρελαθεί οι ορμόνες σου, ή περιμένεις περίοδο και κάνεις έτσι", "μόνο για τον εαυτόν σου ενδιαφέρεσαι", πήγαιναν κι ερχόντουσαν καθημερινώς από αυτόν. Λευκή τρομοκρατία στο σπίτι ... κατάντησα "παιχνίδι" στα χέρια του ... για όλους έξω στην κοινωνία, ήμασταν ένα "κανονικό ζευγάρι", κανείς δεν είχε καταλάβει τι κρυβόταν όταν έκλεινε η πόρτα ... εκτός από αυτούς που ήταν "πολύ κοντά μας" κι έβλεπαν "σημάδια", που φροντίζαμε κι οι δυο να τα καλύπτουμε επιμελώς ...το παιδί μας μεγάλωσε, έφυγε, έκανε την δική του οικογένεια.  
   Μείναμε μόνοι στο σπίτι. Η κατάσταση χειροτέρεψε ... Αποφάσισα να πάρω την υπόθεση στα χέρια μου, να σπάσω την σιωπή μου και να απευθυνθώ σε ειδικούς. Έφαγα πολύ ξύλο για την απόφασή μου. Με χτύπησε ανελέητα. Μπουνιές, κλωτσιές, από το πολύ ξύλο λιποθύμησα. Επανήλθαν οι αισθήσεις μου από το ένστικτο αυτοσυντήρησης, καθώς μέσα στον "ύπνο μου", άκουσα το γυάλινο μπαρ να τρίζει. Άνοιξα τα μάτια μου, και είδα, πως ήμουν ξαπλωμένη, ακριβώς στο γυάλινο μπαρ, κολλημένη επάνω του. Είπα μέσα μου: Θα πέσει επάνω μου όλο και θα με κάνει χίλια κομμάτια. Προσπάθησα να σηκωθώ, να σώσω την ζωή μου. Αδύνατον.! Προσπάθησα να στηριχτώ στο χέρι μου, αλλά ... χέρι δεν είχα ...! Κρεμόταν και πηγαινοερχόταν σαν μαριονέτα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω ... δεν το ένοιωθα ... ήταν ξένο σώμα ...  'Μου  "έβγαλες το χέρι" κατάφερα να ψελλίσω, "βοήθησέ με" ... " - Πάλι θέατρο παίζεις μωρή! μου φώναξε. Άρπαξε το ίδιο χέρι που ζητούσε βοήθεια, κι άρχισε να με τραβά, να με σέρνει ... Ούρλιαζα από τους πόνους, παρακαλούσα να με αφήσει, ικέτευα ... δεν άκουγε τίποτα ...! Μ έσυρε έτσι στο κρεββάτι και με ξάπλωσε ανάσκελα, ειρωνευοντάς με... βρέθηκα στο νοσοκομείο ... το χέρι δεν είχε βγει, είχε σπάσει ολικά σε δυο κομμάτια ... την άλλη μέρα, όλο το σώμα μου, ήταν πρησμένο ... τις επόμενες μέρες, όλο το σώμα μου ήταν πρησμένο και κατάμαυρο από τις μελανιές ... ο ιατροδικαστής που με εξέταζε αργότερα, φώναξε και τους υπόλοιπους γιατρούς να δουν το "φαινόμενο". -Τι σου έκανε; με ρώτησε. Σ έβαλε κάτω και σε πάταγε; δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτά τα χτυπήματα. Είναι σαν να έπεσες από μια ταράτσα το σώμα σου ... "Δεν ξέρω" .... του απάντησα, "έχω ένα κενό μνήμης" ... 
   Χρησιμοποίησα μετά από αυτό, κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον. Πήγα στην Αστυνομία, έκανα μήνυση για ενδοοικογενειακή βία. Στον ιατροδικαστή  ... στον δικηγόρο ... σε Κέντρο Προστασίας της γυναίκας ... χώρισα ... δεν μ άφησε σε ησυχία για μήνες ... τις νύχτες έμενα ξάγρυπνη και τρομοκρατημένη,αφού ερχόταν στο σπίτι και βρόνταγε τις πόρτες, τα παράθυρα ... τις μέρες έκλαιγε και με παρακαλούσε να γυρίσει, μου ζητούσε συγνώμη, και υποσχόταν ότι δεν θα με ξανααγγίξει. Είχα το "σύνδρομο" της ενοχής μέσα μου, έλεγα "μήπως φταίω εγώ κι έχει το δίκιο αυτός και χάνει τον έλεγχο, μήπως μ αγαπάει αληθινά;" και γύριζα πίσω ... μια, δυο, τρεις φορές ... μέχρι που συνειδητοποίησα, ότι πίσω μου, όλη την διάρκεια του χωρισμού, έφτιαχνε την δική του άμυνα, διαστρεβλώνοντας όλη την αλήθεια, στους συγγενείς, στους φίλους, σε όλον τον περίγυρό μου .... αντίθετα εγώ, κλείστηκα στον εαυτόν μου και στο σπίτι μου, σφραγίζοντας το στόμα μου ... η απομόνωσή μου αυτή, ενδυνάμωσε την θέση του "καταπιεστή και θύτη"  και αποδυνάμωσε την θέση του "θύματος".
    Η στήριξη του οικογενειακού μου κύκλου, όχι μόνον ήταν ανύπαρκτη, αλλά και καταδικαστέα για την απόφασή μου να φύγω ...  Ο κύκλος των φίλων στένεψε... έμεινε μόνον μια φίλη-βράχος δίπλα μου, που θα την ευγνωμονώ σε όλη μου την ζωή ... ήταν αυτή που με ξύπνησε από τον λήθαργο χρόνων και χρόνων ... και μερικές πραγματικές φίλες-άνθρωποι, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού μου ...
   Οι "ειδικοί" επιστήμονες, με βοήθησαν να καταλάβω, ότι δεν είμαι εγώ η ένοχη, ότι το γεγονός ότι εγώ κακοποιήθηκα και βγαίνω και το λέω, είναι πολύ σημαντική βοήθεια για όσες το ακούσουν, ή το διαβάσουν και βρίσκονται κι αυτές στον ίδιο φαύλο κύκλο ... η ενοχή, είναι ένα στοιχείο που κάνει αυτές τις γυναίκες να κλείνονται και να ανέχονται, να νιώθουν ενοχή, διπλή ενοχή, απ τη μια ενοχή γιατί πιστεύουν πως "φταίνε" και γι αυτό τις τρώνε και από την άλλη γιατί ανέχονται να τις τρώνε και να μην αντιδρούν. Η ντροπή ανήκει αποκλειστικά και μόνον σε αυτόν που χρησιμοποιεί την βία. Η κακοποίηση, η βία, λεκτική, ψυχολογική, οικονομική, σεξουαλική είναι αξιόποινη πράξη που επισσύρει κυρώσεις και αυτό πρέπει να το γνωρίζουν όλοι και να το κάνουν σαφές σε αυτά τα σκουλήκια που περνιούνται για μάγκες και την εξασκούν.
Να τους γίνει σαφές πως δεν τους φοβόμαστε και δε το βουλώνουμε ! Είναι έγκλημα και τιμωρείται από τον νόμο!
   Μην φανταστείτε ότι σηκώθηκα ένα πρωί με τρελή αυτοπεποίθηση και δύναμη πολεμιστή και είπα "τέρμα". Δεν ξύπνησα ένα πρωί να πω "σήμερα δε σε φοβάμαι". Δεν υπάρχει τέτοια τόλμη. Δεν μπορείς να απαιτήσεις από τον εαυτόν σου να σου δώσει αυτή την τόλμη, γιατί ΔΕΝ έχει να σου δώσει. Και όσο και αν περίμενα μια τέτοια μέρα δεν θα ερχόταν. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω, δεν ήξερα αν θα ξαναδώ χαρούμενη μέρα, ούτε καν με ενδιέφερε, απλά, ήθελα να ζήσω ...! Δεν ήξερα τότε ότι αυτή η λέξη εμπεριέχει θάρρος, κουράγιο, τόλμη,αποφασιστικότητα και δύναμη για την αλλαγή. 
   Το χέρι, μου έμεινε "κουσούρι", αφού δεν κατάφερε να "κλείσει"  το ολικό σπάσιμο και δεν συνηθίζεται κι εύκολα το καθημερινό κλου-κλου που ακούω και αισθάνομαι ... χτύπησε κι ένα νεύρο κι έτσι απέκτησα κι ένα  "αυγό" στον ώμο μου, που όταν το κουράζω, γίνεται "αυγό χήνας".
Στην πόρτα του ψυγείου, έχω κρεμάσει ένα χαρτί,που έχω γράψει με χοντρό μαρκαδόρο: "ΟΣΟ ΠΟΝΑΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ".
   Εφιάλτης για 32 χρόνια .... βρέθηκα παγιδευμένη στις πράξεις μου ... Είμαι πια μια μεσήλικη από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις συστηματικής κακοποίησης από αντρικά χέρια.   ... Μια αληθινή ιστορία, που πληγώνει ακόμα ...γιατί ... "Οι γυναίκες που σιωπούν ... καίγονται ...!"








Μαρία Χαλκίδη
"Μέλος του Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ. Β΄Αθήνας"
"Μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Νομαρχιακής Επιτροπής Αν. Αττικής της ΔΗΜ.ΑΡ."

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Γιοστέιν Γκάαρντερ -'Ο κόσμος της σοφίας

"Όποιος την ιστορία του την ίδια δεν ξέρει,
το πως και το γιατί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια,
στης αμάθειας το σκοτάδι μένει
και ζει μονάχα απ' τη μια στην άλλη μέρα"

ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΓΚΑΙΤΕ


               

Μυθιστόρημα για την ιστορία της φιλοσοφίας
Μετάφραση
ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ
-1-
...στο κάτω κάτω της γραφής, κάτι, κάποτε,
θα πρέπει να δημιουργήθηκε από το τίποτα...

Η ΣΟΦΙΑ ΑΜΟΥΣΔΕΝ γύριζε από το σχολείο. Ένα μέρος της διαδρομής το είχε ήδη διανύσει μαζί με τη Γιόρουν. Είχαν κουβέντα για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η Γιόρουν έλεγε πως το ανθρώπινο μυαλό ήταν ένας πολύπλοκος ηλεκτρονικός υπολογιστής. Η Σοφία δεν ήταν καθόλου σίγουρη γι αυτό. Στο κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από μηχανή ! Ή όχι ;
   Φτάνοντας στο σούπερ μάρκετ, οι δρόμοι τους χώριζαν. Η Σοφία έμενε στην άκρη ενός μεγάλου οικοδομικού τετραγώνου όλο μονοκατοικίες και, γυρίζοντας από το σχολείο, είχε να διασχίσει τον διπλάσιο σχεδόν δρόμο από την Γιόρουν. Το σπίτι της έμοιαζε να βρίσκεται στο τέλος του κόσμου, μια και πίσω από τον κήπο τους δεν υπήρχαν άλλα σπίτια - μονάχα το δάσος.
   Η Σοφία έστριψε στο στενό Κλόφερφάιεν. Στο τέρμα του σχεδόν, το δρομάκι έκανε μια κλειστή στροφή, που τα παιδιά την έλεγαν "στροφή του καπετάνιου". Μόνο τα Σαββατοκύριακα έβλεπες κόσμο εδώ πέρα.
   Ήταν μια από τις πρώτες μέρες του Μαϊου.Σε κάμποσους κήπους, άνθιζαν κιόλας κάτω από τα δέντρα οι πασχαλιές. Οι αχλαδιές μόλις που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν.
   Δεν ήταν παράξενο που τούτη την εποχή του χρόνου όλα άρχιζαν να φουντώνουν, να γεμίζουν φύλλα και λουλούδια, να μεγαλώνουν ; Μόλις ζέσταινε ο καιρός κι έλιωναν τα τελευταία χιόνια, η πρασινάδα ξεφύτρωνε πλούσια μέσα από το άψυχο χώμα και φούντωνε, ξεχείλιζε από παντού. Πως γινόταν αυτό το πράγμα ;
   Η Σοφία έριξε μια ματιά στο γραμματοκιβώτιο, πριν ανοίξει το πορτάκι του κήπου. Συνήθως έβρισκε ένα σωρό διαφημιστικά έντυπα και κάνα-δυο μεγάλους φακέλους για την μαμά της. Η Σοφία τα έπαιρνε όλα και τα άφηνε στο τραπέζι της κουζίνας ύστερα ανέβαινε στο δωμάτιό της να διαβάσει τα μαθήματά της.
   Για τον μπαμπά της δεν έρχονταν γράμματα. Η τράπεζα του έστελνε ενημερωτικά σημειώματα για τον λογαριασμό του. Αλλά ο μπαμπάς της Σοφίας δεν ήταν σαν τους συνηθισμένους μπαμπάδες. Ήταν καπετάνιος σ' ένα πετρελαιοφόρο και ταξίδευε σχεδόν όλο τον χρόνο. Όταν έπαιρνε την άδειά του κι έμενε στο σπίτι για λίγε εβδομάδες, τριγύριζε όλη μέρα με τις παντούφλες κι έδειχνε διαρκώς την αγάπη του στην Σοφία και στη μαμά της, μ' έναν τρόπο συγκινητικό. Τους μήνες, όμως, που ταξίδευε, έμοιαζε τόσο μακρινός !

...Στο μεγάλο γραμματοκιβώτιο δεν υπήρχε σήμερα παρά ένας μικρός φάκελος - κι αυτός ήταν για την Σοφία.
   "Σοφία Άμουνδσεν", έγραφε στο σημείο όπου σημειώνεται το όνομα του παραλήπτη. "Κλοφερφάιεν 3". Κι αυτό ήταν όλο. Το όνομα του αποστολέα δεν ήταν γραμένο πουθενά. Το γράμμα δεν είχε καν γραμματόσημο.
   Η Σοφία έκλεισε πίσω της το πορτάκι του κήπου κι άνοιξε το γράμμα. Μέσα, δεν βρήκε παρά ένα μικρό κομμάτι χαρτί, μικρό όσο και το φακελάκι. Και σ' αυτό το χαρτάκι ήταν γραμένα δυο λόγια μόνο:
     Ποια είσαι ;
   Τίποτε άλλο. Ούτε μια λέξη χαιρετισμού ούτε αποστολέας ούτε τίποα. Μόνο αυτές οι δύο λέξεις, γραμμένες με το χέρι και δίπλα τους ένα ερωτηματικό.
   Στριφογύρισε το φάκελο στα χέρια της, κοιτάζοντάς τον προσεκτικά γι άλλη μια φορά. Ήταν γι αυτήν - στ' αλήθεια. Αλλά ποιος τον είχε ρίξει μέσα στο γραμματοκιβώτιό τους ;
   Η Σοφία άνοιξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πόρτα του σπιτιού, που ήταν χτισμένο με κόκκινα τούβλα. Όπως πάντα όμως, η γάτα, η Σιρχάν, ήταν πιο γρήγορη: σύρθηκε ανάμεσα στους θάμνους, πήδησε στα σκαλιά και τρύπωσε στο σπίτι, πριν προλάβει η Σοφία να κλείσει πίσω της την πόρτα.
  "Ψιψίνα, ψιψίνα, ψιψίνα!"

Όταν η μαμά της Σοφία θύμωνε για οποιονδήποτε λόγο, τότε έλεγε πως το σπίτι της δεν ήταν σπίτι, ήταν ζωολογικός κήπος. Και πράγματι, η Σοφία είχε μια μεγάλη συλλογή από ζώα. Πρώτα - πρώτα, είχε μια γυάλα με τρία χρυσόψαρα: τη Χρυσομαλλούσα, την Κοκκινοσκουφίτσα και τον Μουτζούρη. Ύστερα ήταν τα παπαγαλάκια, ο Τομ κι ο Τζέρι έπειτα η χελώνα Γκοβίντα και τέλος, η γάτα με τις κίτρινες και καφετιές ραβδώσεις, η Σιρχάν. Υποτίθεται πως όλα αυτά τα ζώα αποτελούσαν ένα είδος αποζημίωσης για τη Σοφία, μια κι η μαμά της τέλειωνε αργά το βράδυ τη δουλειά της, κι ο μπαμπάς της έλειπε συνεχώς ταξιδεύοντας σ' όλες τις θάλασσες του κόσμου.
   Η Σοφία πέταξε την τσάντα της σε μια γωνιά, κι έβαλε φαγητό στο πιατάκι της Σιρχάν. Έπειτα κάθισε σ' ένα σκαμνί της κουζίνας, κρατώντας στα χέρια της το μυστηριώδες γράμμα.
Ποια είσαι;
   Μακάρι να ξερε! Ήταν, βέβαια, η Σοφία Άμουνδσεν, αλλά ποια ήταν στ' αλήθεια, πέρα από τα ονόματα; Σ' αυτό το ερώτημα δεν είχε καταφέρει ακόμα να δώσει απάντηση.
   Κι αν είχε άλλο όνομα; Αν, για παράδειγμα, την έλεγαν Άννα Κνούδσεν, θα ήταν τότε ένα άλλο, διαφορετικό κορίτσι;
  Ξάφνου θυμήθηκε πως στην αρχή ο πατέρας της ήθελε να την βαφτίσουν Σινόβε. Η Σοφία προσπάθησε να φανταστεί πώς θα ένιωθε απλώνοντας το χέρι της και λέγοντας τ' όνομά της: Σινόβε Άμουνδσεν...., αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε διαρκώς την εντύπωση πως έβλεπε μπροστά της ένα άλλο κορίτσι κι όχι τον εαυτόν της.
   Μ' ένα πήδημα κατέβηκε απ' το σκαμνί και προχώρησε στο μπάνιο, με το παράξενο γράμμα στα χέρια της. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε στο γυαλί το πρόσωπό της.
  "Είμαι η Σοφία Άμουνδσεν". είπε.
  Το κορίτσι στον καθρέφτη απαξίωσε να της απαντήσει. Ούτε μια τόση δα γκριμάτσα δεν της χάρισε. Ό,τι κι αν έκανε η Σοφία, το ίδιο ακριβώς επαναλάμβανε κι εκείνη. Η Σοφία προσπάθησε να την ξεγελάσει με μια γρήγορη, παραπλανητική κίνηση. Η άλλη, όμως, την πρόλαβε μ' ευκολία.
  "Ποια είσαι;" ρώτησε η Σοφία.
   Ούτε τώρα πήρε απάντηση. Για μια στιγμή όμως, δεν ήξερε να πει με σιγουριά ποια από τις δύο είχε κάνει την ερώτηση: αυτή η ίδια, ή η εικόνα της μέσα στον καθρέφτη;
   Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε τη μύτη του κοριτσιού μέσα στο γυαλί: "Εσύ είμαι εγώ".
   Απάντηση καμιά. Αναποδογύρισε, λοιπόν, την πρόταση και είπε:
"Εγώ είμαι εσύ".
   Η Σοφία Άμουνδσεν δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένη με το παρουσιαστικό της. Άκουγε συχνά τους άλλους να λένε πως είχε όμορφα αμυγδαλωτά μάτια, αλλά αυτό το έλεγαν μόνο και μόνο επειδή είχε μικροσκοπική μύτη και υπερβολικά μεγάλο στόμα.Τα αυτιά της, εξ άλλου, παραήταν κοντά στα μ,άτια της. Αλλά το χειρότερο απ' όλα ήταν τα μαλλιά της: ολόισια, πράσα. Με τίποτα δεν μπορούσε να τα χτενίσει όπως ήθελε. Ο μπαμπάς της χάιδευε πότε πότε το κεφάλι και την έλεγε "το κορίτσι με τα ίσια μαλλιά". Τον ίδιο τίτλο είχε κι ένα κομμάτι του Κλοντ Ντεπισί. Αλλά όποιος είναι έξω από τον χορό πολλά τραγούδια ξέρει. Ο μπαμπάς της δεν ήταν καταδικασμένος νάχει, σ' όλη του την ζωή, μαύρα, ίσια μαλλιά, που κρέμονταν σαν βρασμένα μακαρόνια ότι κι αν τους έκανες. όλα τα σπρέυ, όλες οι μάρκες αφρού για τα μαλλιά, είχαν αποδειχτεί άχρηστα στα μαλλιά της Σοφίας.
   Υπήρχαν στιγμές που η Σοφία έβρισκε την εμφάνισή της τόσο αλλόκοτη, ώστε αναρωτιόταν μήπως είχε γίνει κανένα λάθος, την ώρα που γεννιόταν. Η μαμά της της είχε πει πολλές φορές πως την είχε φέρει στον κόσμο με μια δύσκολη γέννα. Αλλά, ήταν στ' αλήθεια, η γέννα που έπαιζε πρωταρχικό ρόλο για την εξωτερική εμφάνιση ενός ανθρώπου;
   Δεν ήταν παράξενο που δεν ήξερε ποια ήταν; Δεν ήταν φοβερό που δεν μπορούσε να διαλέξει μόνη της την εξωτερική εμφάνιση; Της είχαν φορτώσει από την κούνια κιόλας, δίχως να την ρωτήσουν. Τους φίλους της μπορούσε, αν ήθελε, να τους διαλέξει. Τον εαυτόν της όμως, όχι. Άλλοι είχαν πάρει για λογαριασμό της και τη σημαντικότερη απ' όλες τις αποφάσεις:να είναι άνθρωπος.

   Τι είναι ο άνθρωπος;
   Η Σοφία κοίταξε πάλι το κορίτσι στον καθρέφτη.
   "Καλύτερα να διαβάσω την βιολογία μου", είπε, σαν να θελε να ζητήσει συγνώμη. Και μια στιγμή αργότερα, βρισκόταν κιόλας στο διάδρομο.
   "Ή, μάλλον, καλύτερα να βγω λίγο στον κήπο", σκέφτηκε.
  "Ψιψίνα, ψιψινούλα: Ψιψίνα!"
   Έβγαλε τη γάτα στα σκαλιά κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Με το παράξενο γράμμα στα χέρια της,κοντοστάθηκε στο χαλικόστρωτο δρομάκι του κήπου κι ένιωσε κάτι αλλόκοτο: για μια στιγμή, της φάνηκε πως ήταν μια μαριονέτα, που χάρη σε κάποιες μαγικές δυνάμεις είχε ζωντανέψει.
   Δεν ήταν ν απορεί που βρισκόταν στον κόσμο και μπορούσε να τριγυρίζει μέσα σ' ένα θαυμαστό παραμύθι;
   Η Σιράν πήδηξε με χάρη πάνω στα χαλίκια πίσω από τις βατομουριές. Μια ολοζώντανη γάτα, μια γάτα που έσφιζε από ζωή, από τις άσπρες τρίχες στα μουστάκια της ως την άκρη της λυγερής ουράς της. Βρισκότανκι αυτή στον κήπο, αλλά δεν είχε συνείδηση αυτού του γεγονότος, τουλάχιστον με τον τρόπο που το αντιλαμβανόταν η Σοφία.
   Αφού η Σοφία συλλογίστηκε κάμποσο πως υπήρχε, έφτασε να σκεφτεί πως δεν θα υπήρχε για πάντα.
   "Τώρα υπάρχω και βρίσκομαι μέσα στον κόσμο", είπε με το νου της. "Μια μέρα όμως, θα χαθώ, και δε θά μαι πια εδώ".
   Υπήρχε άραγε, ζωή μετά τον θάνατο; Ήταν κι αυτό ένα ερώτημα, για το οποίο η γάτα δεν είχε ασφαλώς την παραμικρή ιδέα.
   Πριν από λίγο καιρό, είχε πεθάνει η γιαγιά της Σοφίας. Εδώ κι έξι μήνες, σχεδόν καθημερινά, η Σοφία την σκεφτόταν, σκεφτόταν πόσο της έλειπε. Δεν είναι άδικο που η ζωή κάποτε πρέπει να τελειώνει;
   Η Σοφία στάθηκε συλλογισμένη στο χαλικόστρωτο δρομάκι.
Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη της στο γεγονός ότι υπήρχε, για να ξεχάσει έτσι πως δεν επρόκειτο να μείνει για πάντα εδώ.
Αδύνατον. Μόλις κατάφερνε να συμμαζέψει το μυαλό της και να σκεφτεί πως υπήρχε, νάσου πρόβαλλε αμέσως κι η άλλη σκέψη, πως, δηλαδή, κάποια μέρα η ζωή της θα φτανε στο τέλος της. Το ίδιο ήταν, όμως, κι από την ανάποδη: μόνο όταν το καταλάβαινε πέρα για πέρα ότι μια μέρα δεν θα υπήρχε πια, μόνο τότε ένιωθε πόσο απέραντα πολύτιμο ήταν το δώρο της ζωής. Ήταν οι δυο πλευρές του νομίσματος, ενός νομίσματος που στριφογύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στα δάχτυλά της, για να το περιεργαστεί. Κι όσο μεγάλωνε και καθάριζε μπροστά της η μια του όψη, τόσο μεγάλωνε και καθάριζε ταυτόχρονα κι η άλλη. Η ζωή κι ο θάνατος ήταν οι δυο πλευρές ενός και του ίδιου πράγματος.
  Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως ζούμε, χωρίς να καταλάβουμε, την ίδια στιγμή, πως κάποτε θα πεθάνουμε, σκέφτηκε. Και δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως θα πεθάνουμε, χωρίς να νιώσουμε αμέσως κιόλας πόσο θαυμάσια είναι η ζωή.
   Η Σοφία θυμήθηκε πως η γιαγιά της είχε πει κάτι παρόμοιο, την ημέρα που έμαθε για την αρρώστια της. "Τώρα καταλαβαίνω πόσο όμορφη και πλούσια είναι η ζωή", είχε πει.
   Δεν είναι θλιβερό που οι περισσότεροι άνθρωποι πρέπει ν' αρρωστήσουν, για να μπορέσουν να δουν την ομορφιά της ζωής; Ή, έστω, να βρουν ένα μυστηριώδες γράμμα στο γραμματοκιβώτιό τους;
   Μήπως θα 'πρεπε να ρίξει ακόμα μια ματιά; Ίσως, στο μεταξύ, να 'χε έρθει και κάτι ακόμα. Η Σοφία έτρεξε κι ανασήκωσε το πράσινο σκέπασμα. Τινάχτηκε τρομαγμένη, όταν είδε ένα φακελάκι όμοιο με το προηγούμενο.Μήπως ήταν εκεί κι από πριν,κι εκείνη δεν το είχε δει στην βιασύνη της, καθώς έβγαζε από μέσα το πρώτο γράμμα;

   Στο φάκελο ήταν πάλι γραμμένο τ' όνομά της. Τον έσκισε κι έβγαλε ένα άσπρο χαρτάκι, ίδιο με το πρώτο.
   Μόνο η ερώτηση ήταν αλλιώτικη: 

Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;
   Δεν έχω ιδέα, είπε με το νου της η Σοφία. Κανείς δεν το ξέρει αυτό! Κι όμως, η ερώτηση δεν ήταν καθόλου κουτή. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Σοφία σκέφτηκε πως δεν ήταν δυνατόν να ζεις σ' ένα κόσμο, δίχως ν' αναρωτηθείς τουλάχιστον πώς είχε ξεκινήσει, από που ερχόταν και πως είχε δημιουργηθεί.
  Είχε τόσο πολύ μπερδευτεί με τα μυστηριώδη γράμματα, που αποφάσισε ν' αποτραβηχτεί για λίγο στη "σπηλιά της". Η σπηλιά ήταν η μυστική κρυψώνα της Σοφίας. Όταν ήταν πολύ θυμωμένη, πολύ λυπημένη ή πολύ χαρούμενη, ερχόταν και κρυβόταν στη "σπηλιά" της. Σήμερα, ήταν πολύ μπερδεμένη.

Το κόκκινο σπιτάκι ήταν χτισμένο στη μέση ενός μεγάλου κήπου, με πολλά παρτέρια, βατομουριές, θάμνους και διάφορα δέντρα. Στη μια πλευρά είχε κοντοκουρεμένο γρασίδι με μια όμορφη κούνια. Είχε, επίσης, κι ένα μικρό,,στρογγυλό κιόσκι,που τόχε φτιάξει ο παππούς της για τη γιαγιά, όταν το πρώτο τους παιδί πέθανε λίγες εβδομάδες μετά την γέννησή του. Το δύστυχο το μωράκι το λέγανε Μαρία. Στο μνήμα του είχαν γράψει: "Η μικρή Μαρία ήρθε, μας χαιρέτησε και βιάστηκε να φύγει"
  Σε μια γωνιά του κήπου, πίσω από τις βατομουριές, ήταν κάτι άγριοι θάμνοι,που δεν έβγαζαν ούτε λουλούδι ούτε καρπό. Ήταν ένας παλιός φράχτης, που σημάδευε τα σύνορα ανάμεσα στον κήπο και το δάσος. Κανείς δεν τον είχε περιποιηθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια γι αυτό κι είχε αγριέψει, είχε γίνει σχεδόν αδιάβατος. Η γιαγιά έλεγε πως τα χρόνια του πολέμου, που άφηνε τις κότες ελεύθερες στον κήπο να σκαλίζουν το χώμα και να τρώνε, ο παλιός φράχτης δυσκόλευε τις αλεπούδες, όταν τρύπωναν μέσα ν' αρπάξουν τα πουλερικά.
   Για όλους τους άλλους, ο φράχτης ήταν το ίδιο άχρηστος, όπως και τα παλιά σπιτάκια για τα κουνέλια στο μπροστινό μέρος του κήπου. Αυτό, όμως, συνέβαινε, επειδή δεν ήξεραν το μυστικό της Σοφίας. Από τότε που θυμόταν τον εαυτόν της, η μικρή είχε ανακαλύψει ένα πέρασμα ανάμεσα στα κλαδιά των άγριων θάμνων. Σέρνοντας χωνόταν μέσα κι έφτανε σ' ένα μικρό ξάνοιγμα,που ήταν η "σπηλιά" της. Εδώ μέσα ήταν σίγουρη πως κανείς δεν μπορούσε να την βρει.
   Με τα δυο γράμματα στο χέρι, η Σοφία διέσχισε τον κήπο τρέχοντας. Ύστερα σύρθηκε με τα τέσσερα και χάθηκε μέσα στον φράχτη. Η σπηλιά ήταν αρκετά μεγάλη και ψηλή. Η Σοφία μπορούσε να σταθεί σχεδόν όρθια. Τώρα, όμως, κάθισε πάνω σε κάτι χοντρές ρίζες. Από τη θέση αυτή, μπορούσε να βλέπει ανάμεσα από τα φύλλα και τα κλαδιά όλο το κήπο. Οι τρυπίτσες, που είχε ανακαλύψει, δεν ήταν μεγαλύτερες από ένα μεγάλο κέρμα η καθεμιά τους, της εξασφάλιζαν, όμως, σπουδαία θέα. όταν ήταν μικρή, της άρεσε να παρακολουθεί από κει μέσα τον μπαμπά της ή τη μαμά της, που την έψαχναν ανάμεσα στα δέντρα.

  Για τη Σοφία, ο κήπος ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος. Από πάντα. Κάθε φορά που διάβαζε στη Βίβλο την ιστορία του Κήπου της Εδέμ, έφερνε στο μυαλό της τη "σπηλιά" της και σκεφτόταν πόσο όμορφα ένοιωθε να κάθεται κρυμμένη και να κοιτάζει το μικρό της παράδεισο.

   "Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;"
   όχι πως δεν ήξερε. Ήξερε, φυσικά, πως η Γη δεν ήταν παρά ένας μικρός πλανήτης μέσα στο απέραντο διάστημα. Αλλά το Διάστημα,πως είχε δημιουργηθεί;
   Μπορεί, βέβαια, το Διάστημα να υπήρχε και από πάντα. Και τότε, δε χρειαζόταν καμιά απάντηση. Μπορούσε, όμως, κάτι, οτιδήποτε, να υπάρχει από πάντα; Πως ήταν δυνατόν να υπάρχει κάτι αιώνια; Κάτι μέσα της αρνιόταν να το πιστέψει. ότι υπάρχει, πρέπει νάχει μια αρχή. Άρα και το διάστημα από κάτι άλλο φτιάχτηκε, κάπως δημιουργήθηκε.

Αν όμως το Διάστημα φτιάχτηκε ξαφνικά από κάτι άλλο, τότε αυτό το άλλο θα πρέπει, με τη σειρά του, να φτιάχτηκε από κάτι άλλο. Η Σοφία καταλάβαινε πως δεν είχε λύσει το πρόβλημα, απλά, το είχε διώξει λίγο πιο μακριά της. Στο τέλος τέλος, κάτι, κάποτε, θα πρέπει να δημιουργήθηκε από το τίποτα. Αλλά πως ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Μήπως κι αυτή η σκέψη δεν ήταν το ίδιο αδιανόητη με την άλλη, πως, δηλαδή, ο κόσμος υπήρχε από πάντα;
  Στο μάθημα των θρησκευτικών είχαν μάθει ότι τον κόσμο τον είχε δημιουργήσει ο Θεός. Η Σοφία προσπάθησε να χορτάσει μ αυτή την απάντηση, προσπάθησε να πείσει τον εαυτόν της πως αυτή ήταν στο κάτω κάτω η καλύτερη λύση γι αυτό το πρόβλημα. Ύστερα, όμως, άρχισε, και πάλι να το σκέφτεται. Εντάξει, μπορούσε να φανταστεί ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει το Σύμπαν. Αλλά τον Θεό τον ίδιο, ποιος τον είχε δημιουργήσει; Ή μήπως είχε δημιουργήσει ο ίδιος από το μηδέν τον εαυτόν του; Πάλι κάτι διαμαρτυρήθηκε μέσα της. Ο Θεός, βέβαια, μπορούσε να φτιάξει ότι ήθελε. Αλλά δεν μπορούσε να φτιάξει τον ίδιο του τον εαυτό. Για να το κάνει αυτό, θάπρεπε πρώτα να είναι Θεός και να υπάρχει ήδη. Μετά απ' αυτό, μια δυνατότητα της έμενε: να δεχτεί πως ο Θεός υπήρχε από πάντα.Αλλά αυτή τη δυνατότητα την είχε απορρίψει από την αρχή.

   "Που να πάρει η ευχή!"
   άνοιξε ξανά τους δύο φακέλους.

   "Ποια είσαι;"
   "Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;"
   Τι σπαζοκεφαλιές ήταν αυτές! Κι από που είχαν έρθει τα δυο γράμματα; Αυτό κι αν ήταν μυστήριο!
   Ποιος είχε ταράξει την καθημερινότητα της Σοφίας και την είχε φέρει ξάφνου αντιμέτωπη με τα μεγαλύτερα αινίγματα του Σύμπαντος;

Για τρίτη φορά, η Σοφία πήγε στο γραμματοκιβώτιο.
   Αυτή τη φορά, βρήκε τα γράμματα που είχαν έρθει με το κανονικό ταχυδρομείο. Ψάρεψε ένα χοντρό πακέτο με διαφημιστικά έντυπα, εφημερίδες και δυο γράμματα για τη μαμά της. Ήταν και μια κάρτα ανάμεσά τους - με τη φωτογραφία μιας πανέμορφης αμμουδιάς από κάποια χώρα του Νότου. Γύρισε την κάρτα. Είχε νορβηγικά γραμματόσημα και τη σφραγίδα "ΟΗΕ - Τάγμα Κυανοκράνων" Μήπως ήταν από τον μπαμπά της; Εκείνος, όμως, βρισκόταν αλλού! Και τα γράμματα δεν ήταν τα δικά του.

   Η Σοφία ένιωσε το αίμα της να κυλά γρηγορότερα στις φλέβες της, όταν διάβασε τη διεύθυνση στο πίσω μέρος της κάρτας. "Χίλντε Μόλερ Κναγκ, C/O Σοφία Άμουνδσεν, Κλοφερφάιεν 3..." Τα υπόλοιπα ήταν όλα σωστά. Η κάρτα έγραφε:

Αγαπημένη μου Χίλντε! Σου στέλνω τις καλύτερες ευχές μου, τώρα που κλείνεις τα δεκαπέντε σου χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, θέλω να σου κάνω ένα δώρο που θα σε βοηθήσει να ωριμάσεις. Συγχώρεσέ με που στέλνω την κάρτα στην Σοφία, αλλά αυτό ήταν το πιο εύκολο.
                                                           Πολλά φιλιά, ο μπαμπάς σου

Η Σοφία γύρισε τρέχοντας στο σπίτι και όρμησε στην κουζίνα. Ένιωθε μέσα της να λυσσομανάει σωστή  τρικυμία. Τι ήταν τούτα πάλι; Ποια ήταν αυτή η Χίλντε, που είχε τα γενέθλιά της ένα μήνα πριν κλείσει η ίδια η Σοφία τα δεκαπέντε της χρόνια;
   Η Σοφία άνοιξε τον τηλεφωνικό κατάλογο. Οι Μόλερ ήταν πολλοί κι οι Κναγκ άλλοι τόσοι. Αλλά σ' ολόκληρο τον κατάλογο δεν υπήρχε ούτε ένας με το όνομα Μόλερ Κνανγκ.
   Κοίταξε πάλι την παράξενη κάρτα στα χέρια της. Ήταν αληθινή, με γραμματόσημο και σφραγίδα.
   Αλλά γιατί να στείλει ένας πατέρας μια κάρτα για τα γενέθλια της κόρης του στη διεύθυνση της Σοφίας; Μια κάρτα που, προφανώς, προοριζόταν για κάποια άλλη; Ποιος πατέρας θάστελνε σε λάθος διεύθυνση τις ευχές για τα γενέθλια του παιδιού του; Και γιατί αυτό ήταν "πιο εύκολο"; Αλλά πάνω απ' όλα, πως θάβρισκε αυτή τη Χίλντε;
   Έτσι απόκτησε η Σοφία άλλο ένα πρόβλημα, λες και δεν είχε ήδη αρκετά. Δοκίμασε πάλι να βάλει σε τάξη το μυαλό της και τις σκέψεις της.
   Μέσα σε λίγες ώρες, το ίδιο εκείνο απόγευμα, είχε έρθει αντιμέτωπη με τρία αινίγματα. Το πρώτο ήταν : ποιος είχε ρίξει στο γραμματοκιβώτιο τους δύο μικρούς άσπρους φακέλους. Το δεύτερο ήταν οι δύο ερωτήσεις που είχε λάβει μ' αυτό το αλλόκοτο ταχυδρομείο. Και το τρίτο ήταν: ποια ήταν η Χίλντε Μόλερ Κναγκ, και γιατί είχε πάρει η Σοφία μια κάρτα με τις ευχές για τα γενέθλια αυτού του άγνωστου κοριτσιού;
   Ήταν σίγουρη πως αυτά τα τρία αινίγματα συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Γιατί ως τότε τίποτα ασυνήθιστο δεν είχε ταράξει την ρουτίνα της ζωής της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ...

"Blackie cat"
Μέλος Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής ΔΗΜ.ΑΡ Β΄ ΑΘΗΝΑΣ
Μέλος Πολιτικού Γραφείου Αν. Αττικής ΔΗΜ.ΑΡ