Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Νίκος Καββαδίας - ο ποιητής των Οριζόντων


    Όσοι έχουν ταξιδέψει με πλοία γνωρίζουν καλά τη θάλασσα και όλα όσα αυτή η ένοια περικλείει: Τις νυχτερινές μοναχικές πορείες των καραβιών με τα φώτα τους που λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες στο σκοτάδι, καθώς περνούν τις αραιά φωτισμένες παραθαλάσσιες κωμοπόλεις, τη χαρά σαν αντικρύζεις το πρωί το λιμάνι, τον ήλιο που λάμπει φλογίζοντας τα σκαριά... 

    Τις τρικυμίες, τον αέρα που φυσάει δυνατός στα καταστρώματα...

    Την πειθαρχημένη σαν ρολόι ζωή των ναυτικών, τη σκληρή εργασία που προσφέρει όλο το πλήρωμα από τον καπετάνιο ως τον τελευταίο του πληρώματος.



    Η ζωή του

     (1910-1976)

    Γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν , και τεσσάρων χρονών έφυγε με την οικογένειά του για την Κεφαλλονιά, απ΄όπου κατάγονταν οι δικοί του. Οταν πήγαινε στο Δημοτικό η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κι εκεί ο ποιητής συνέχισε το Δημοτικό και τέλειωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο. Το 1928 έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή αλλά την ίδια χρονιά αρρώστησε βαριά ο πατέρας του και αναγκάστηκε να δουλέψει. Εργάστηκε στην αρχή μερικούς μήνες σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στο φορτηγό Αγιος Νικόλαος. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, μα ήδη είχε χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν η πιο σύντομη λύση. Πήρε το δίπλωμα το 1939 αλλά ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Πήγε στρατιώτης στην Αλβανία κι έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα, τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Ξαναμπαρκάρισε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα, ως ασυρματιστής στα εμπορικά και επιβατικά καράβια. Ετσι είχε την ευκαιρία να γυρίσει όλο τον κόσμο και να γνωρίσει τις ανοιχτές θάλασσες, τα εξωτικά λιμάνια και να αντλήσει από τις άμεσες εμπειρίες του το υλικό για την ποίησή του. Επιστρέφοντας απ' το τελευταίο του ταξίδι κι ενώ ετοίμαζε την έκδοση της τρίτης συλλογής του πέθανε ξαφνικά από εγκεφαλικό επεισόδιο το Φεβρουάριο του 1975. Από παιδί ένιωσε ακατανίκητη έλξη για τη θάλασσα γι' αυτό και έγινε ναυτικός.Τα ποιήματά του έχουν έχουν πλαίσιο τη θάλασσα και θέμα τη σκληρή ζωή των ναυτικών. Ωστόσο για τον Καββαδία, που είναι ιδανικός εραστής "των μακρισμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων" η θάλασσα είναι ένας μαγικός κόσμος. Από αυτή αντλεί δύναμη και αγάπη για τον άνθρωπο.

    Μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το Θάνο Μικρούτσικο

    1. kuro siwo (Πούσι)

    Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
    δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
    Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
    και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.
    Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
    χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
    Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
    που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα
    Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
    χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
    κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
    "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "
    Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
    Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
    Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
    κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.
    Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
    Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
    κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
    πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

    2.Θεσσαλονίκη (Πούσι)

    Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
    το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
    Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις,
    μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.
    Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι
    -'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
    Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
    που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί
    Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανόλια
    μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
    Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
    ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί :
    Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
    και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
    Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
    σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού
    Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
    κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
    Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
    και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.
    Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη'
    Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ".
    Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
    μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

    3. Σταυρός του Νότου (Πούσι)

    Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
    Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
    γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
    σ΄ άλλους παρλλήλους θα 'χεις μπει.
    Κούλικο στο στήθος σου τατού,
    που όσο κι αν το καις δεν λέει να σβήσει.
    Είπαν πως την είχες αγαπήσει
    σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
    Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
    κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
    Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
    κι άκοπο μασάς κάθε πικρό.
    Το Αλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
    με το παλιονώριο πήρα κάτου.
    Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου :
    "Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".
    Αλλοτε απ΄τον ίδιον ουρανό
    έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
    με του καπετάνιου τη μιγάδα,
    μάθημα πορείας νυχτερινό.
    Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
    πήρες το μαχαίρι, δυο σεlλίνια,
    μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
    ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.
    Κάτου στις αχτές της Αφρικής
    πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
    Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
    και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

    4. Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Μαραμπού)

    Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
    όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
    στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
    κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.
    Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
    και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
    κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
    όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.
    Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
    πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
    και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
    - Σαν πάμε στο Αντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.
    Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
    και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
    και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
    με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.
    Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
    Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
    για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
    έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.
    Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,
    πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
    Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,
    και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.





                                                        Blondie cat (Βάσω Σκλαβούνου)
                                            Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.
                       Μέλος του Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.           
                               Μέλος Ένωσης Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίων Γέρακα
                            Πρόεδρος Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Γέρακα
                            (Συντηρήτρια Έργων Τέχνης & Αρχαιολογικών Ευρημάτων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου