Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Εγώ κι ο εαυτός μου


32. Εγώ κι ο εαυτός μου


Απέτυχα ίσως να γνωρίσω τον εαυτό μου επειδή κάθε βράδυ ένα όνειρο μ΄ έπαιρνε μακριά απ΄ αυτόν, και με πρόσταζε να εξιχνιάσω το αίνιγμα του Δικαίου, που αποδίδεται σήμερα στον κόσμο σαν σκοτεινή παραβολή, ακαθόριστη όπως οι στάλες της βροχής που διαγράφουν πάνω στο τζάμι το ακατανόητο ενός εγκλήματος.


Σ΄ αυτές τις επί τόπου περιπλανήσεις μου, έζησα μια δεύτερη μυστική ζωή, τόσο διφορούμενη, σαν τα ταξίδια, που μεγαλώνουν όταν δεν έχεις προορισμό. Έτσι όταν επέστρεφα το πρωί στην κάμαρα, κι αυτός σχεδόν πάντα πεταγόταν αλαφιασμένος από το κρεβάτι και κοιταζόμασταν αμίλητοι, ήμασταν κιόλα δυο ξένοι που έπρεπε χάριν συγκατοίκησης να γνωριστούμε απ΄ την αρχή. Αλλά τι γνωριμία να κάνει κανείς στη μέση μιας κάμαρας, στη διάρκεια μιας μέρας, κουρασμένος από τόσες και τόσες αμαρτωλές εξομολογήσεις που άκουσε μέσα στη νύχτα;
Κι είναι αλήθεια πως στις ολονύχτιες αναζητήσεις μου παραμέριζα με κόπο τα παιδικά απογεύματα, τους τρυφερούς εφηβικούς αποχαιρετισμούς στο τέλος των διακοπών, το χαμόγελο της μητέρας πριν την πτώχευση, τον εξευτελισμό, τα΄ αποφόρια, και τις ροζ κορδέλες που έδενε τα μαλλιά της σαν να κλείδωνε τις αναμνήσεις έξω απ΄ την απερίγραπτη σιωπή της μοναξιάς της, για να φτάσω επιτέλους στην οδό των κρεμασμένων όπου με περίμεναν χιλιάδες νεκροί, για να μου πει ο καθένας τη δική του εκδοχή.
Έτσι κάποτε συνάντησα, όλως τυχαίως, τον Γούκο, μνημειώδη τοκογλύφο της παλαιάς Αθήνας που καταλήστευσε φτωχούς, χήρες κι ορφανά, αρπάζοντας το λιγοστό μερίδιο αξιοπρέπειας που τους είχε απομείνει απ΄ την παλιανθρωπιά της κοινωνίας. ‘’Έζησα λάθος εποχή’’ , μου είπε, ‘’γιατί η σφαίρα που με σκότωσε και κηρύχτηκε παμψηφεί αθώα, σήμερα θα είχε καταδικαστεί’’.
Κι είχε τόσο δίκιο που ορκίζομαι στην αγία Φαραϊλδη προστάτιδα των χηρών και των κατεστραμμένων γάμων, πως άκουγα από μακριά σαν θρόισμα τρυφερό τον ήχο από το θλιβερό σφυρί της Δικαιοσύνης να επιβραβεύει τα λόγια του.


Τι να του πω λοιπόν του εαυτού μου; Πώς να του δώσω να καταλάβει όταν τον βλέπω σκυμμένο πάνω στα δικόγραφα ότι ευθύνομαι για ένα κόσμο που βασίλεψε στο περιθώριο κάποιου ονείρου, ότι αυτό το αλλόκοτο ταξίδι που το διαβαίνω ανυποψίαστη, στην άσπρη γραμμή του ύπνου, είναι ίσως, ό,τι πιο αληθινό έχω ζήσει στη ζωή μου…


‎3. Εγώ κι ο εαυτός μου.


Έπρεπε να συμβεί κι αυτό. Σε μια λοξή στιγμή, στην κακιά συγκυρία, στην απρόσμενη επίθεση της μοίρας, ή στην αληθινή εκείνη ώρα που αποδεσμεύεται η σκιά από το υλικό της σώμα, βγήκα από τον εαυτό μου και με είδα από έξω.


Έπαθα σοκ! Ώστε αυτή είμαι; Ένα τρισάθλιο σκουλήκι που μοιράζει πληγές του Φαραώ όταν κινδυνεύει να χάσει μια δραχμή από τα κέρδη, ένα μέτρο από το στρέμμα, μια φιλία για μια αμφισβήτηση; Ένα ανθρωπάκι που δεν σήκωσε ποτέ τα μάτια στον ουρανό για να θαυμάσει τη φωταυγή διαφάνεια του φεγγαριού αλλά ξέρει σίγουρα πως ο Πλούτωνας χρειάζεται 249 γήινα χρόνια για να κάνει μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο; Μια καρικατούρα της ντεμέκ δημιουργικότητας με το στρες του λίγου χρόνου να φιγουράρει ηδονικά σ΄ένα έλκος στομάχου; Ένα φάντασμα ντυμένο στα πρωτοκλασάτα χρώματα της Σανέλ, που δεν έχει ύπνο τις νύχτες και καθισμένο στην άκρη του κρεβατιού, στη τραυλή σιωπή του δωματίου, στην εκκωφαντική ερημία των εποχών, το μόνο που ακούει είναι από έξω ο απόηχος της αληθινής ζωής;


Τρόμαξα! Όχι, δεν είμαι αυτή. Εγώ είμαι εκείνο το κορίτσι που περπατά ξυπόλητο στην ακροθαλασσιά και μαζεύει τα παράπονα των αδικημένων. Είμαι εκείνη που άνοιξε πόρτες όταν τις έκλεισε η απελπισία. Είμαι αυτή που κάποτε μάζευε τα άστρα για να χτίσει αλλιώτικα τον κόσμο ...


Έχουμε δύο χαρακτήρες. Ο ένας βαριανασαίνει απ΄την καταστροφή γονατισμένος στο χώμα. Ο άλλος ανδρώνεται στη θλίψη και υψώνει τα χέρια στο άπειρο.
Δεν ξέρω ποιος είναι ο αληθινός.
Και κάποτε, μια φορά, στην εποχή του Κρέοντα, - πάντα οι καλές ιστορίες έχουν βάθος, ας είναι και βάθος χρόνου - ζούσε μέσα μου μια άλλη. Στην αρχή με ενοχλούσε αφάνταστα η παρουσία της. Θεωρούσα εαυτόν, άθυρμα των περιστάσεων. ''Μα πώς μου έγινες τέτοια κολλιτσίδα'', τη ρωτούσα. ''Δεν θα σε εγκαταλείψω ποτέ'', μου έλεγε. Ήθελα επιτέλους να ζήσω τη ζωή μου στην κόψη του ξυραφιού. Δικαίωμά μου. Δεν μ΄ άφηνε. Σαν διπλωματούχος της νομικής σχολής με συμβούλευε ακατάπαυστα. Σιχαινόμουν τις νουθεσίες της. Βαριόμουν αφόρητα τις κατινίστικες και γεμάτες μετριότητα ηθικές της.
Στα δεκάξι μου ερωτεύθηκα έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό μου. Εξ αιτίας του έρωτα, άρχισαν οι πιο σκληροί διαξιφισμοί μεταξύ μας. Ώσπου κάποια στιγμή δεν άντεξα, άρπαξα ένα μαχαίρι και βγήκα από το σπίτι. Στο δρόμο - σε μια παραδοξότητα του χρόνου - συνάντησα τον Ζαν-Μαρί Γκούσταβ Λε Κλεζιό.
''Εσύ δεν είσαι που θα πάρεις Νόμπελ;'' τον ρώτησα.
''Ναι ... εγώ, μου είπε, αλλά μη το κάνεις, δεν θα ευτυχίσεις και δεν υπάρχει λόγος''.
''Μα πως. Ένα μαχαίρι, ο έρωτας, το όνειρο που δεν πραγματοποιείται, είναι αρκετές προϋποθέσεις για ένα φόνο''.
''Έτσι όπως το θέτεις ... Στο κάτω - κάτω, αν υποτεθεί πως η ευτυχία είναι η λιγότερο νόμιμη εκδοχή της ζωής, όλοι είμαστε ήρωες φανταστικοί σε ρόλους πραγματικούς, που εκφραζόμαστε σαν άποψη σχήματος κάποιες ιδιαίτερες προδοτικές στιγμές''.
Τότε ήταν που δώσαμε τα χέρια, σαν δυο παλιοί γνώριμοι που μετά από χρόνια συναντιούνται σε μια εκεχειρία στη μέση ενός πολέμου και αισθάνονται αμήχανα. Τα χρόνια τους άσπρισαν. Κουβαλούσαν κι έναν άλλο μέσα τους. Κι ήταν δύσκολο να μιλήσουν αυθόρμητα.
Ωστόσο, μετά από εκείνη την παράξενη συνάντηση, την έχασα. Έχασα και το ενδιαφέρον μου για τον έρωτα, σαν παράπλευρη απώλεια της μάχης που έδωσα να την εξολοθρεύσω από εντός μου.


Επί πρωθυπουργίας του Γεωργίου Παπανδρέου του νεότερου έκανα τον απολογισμό μου. Ξεφεύγοντας κάθε δικαιοσύνη, δίχως τύψεις, έζησα μια ζωή άγραφου χάρτη, και που πάνω του αποτυπώνονταν οι εκ των αισθήσεων προερχόμενες πράξεις μου. Ζωή από μαλακό κερί όπου άφησαν τα ίχνη τους, η αδιαφορία, οι κακές επιλογές και οι άκριτες συμπεριφορές.


Γι΄ αυτό σας λέω ... έχουμε δύο εαυτούς και ο ένας είναι ο πιο δίκαιος κριτής.
Αν δεν τον έχουμε δολοφονήσει ακόμα ...


"Ήρα Καρά ..."


Blackie cat