Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Γιοστέιν Γκάαρντερ -'Ο κόσμος της σοφίας

"Όποιος την ιστορία του την ίδια δεν ξέρει,
το πως και το γιατί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια,
στης αμάθειας το σκοτάδι μένει
και ζει μονάχα απ' τη μια στην άλλη μέρα"

ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΓΚΑΙΤΕ


               

Μυθιστόρημα για την ιστορία της φιλοσοφίας
Μετάφραση
ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ
-1-
...στο κάτω κάτω της γραφής, κάτι, κάποτε,
θα πρέπει να δημιουργήθηκε από το τίποτα...

Η ΣΟΦΙΑ ΑΜΟΥΣΔΕΝ γύριζε από το σχολείο. Ένα μέρος της διαδρομής το είχε ήδη διανύσει μαζί με τη Γιόρουν. Είχαν κουβέντα για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η Γιόρουν έλεγε πως το ανθρώπινο μυαλό ήταν ένας πολύπλοκος ηλεκτρονικός υπολογιστής. Η Σοφία δεν ήταν καθόλου σίγουρη γι αυτό. Στο κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από μηχανή ! Ή όχι ;
   Φτάνοντας στο σούπερ μάρκετ, οι δρόμοι τους χώριζαν. Η Σοφία έμενε στην άκρη ενός μεγάλου οικοδομικού τετραγώνου όλο μονοκατοικίες και, γυρίζοντας από το σχολείο, είχε να διασχίσει τον διπλάσιο σχεδόν δρόμο από την Γιόρουν. Το σπίτι της έμοιαζε να βρίσκεται στο τέλος του κόσμου, μια και πίσω από τον κήπο τους δεν υπήρχαν άλλα σπίτια - μονάχα το δάσος.
   Η Σοφία έστριψε στο στενό Κλόφερφάιεν. Στο τέρμα του σχεδόν, το δρομάκι έκανε μια κλειστή στροφή, που τα παιδιά την έλεγαν "στροφή του καπετάνιου". Μόνο τα Σαββατοκύριακα έβλεπες κόσμο εδώ πέρα.
   Ήταν μια από τις πρώτες μέρες του Μαϊου.Σε κάμποσους κήπους, άνθιζαν κιόλας κάτω από τα δέντρα οι πασχαλιές. Οι αχλαδιές μόλις που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν.
   Δεν ήταν παράξενο που τούτη την εποχή του χρόνου όλα άρχιζαν να φουντώνουν, να γεμίζουν φύλλα και λουλούδια, να μεγαλώνουν ; Μόλις ζέσταινε ο καιρός κι έλιωναν τα τελευταία χιόνια, η πρασινάδα ξεφύτρωνε πλούσια μέσα από το άψυχο χώμα και φούντωνε, ξεχείλιζε από παντού. Πως γινόταν αυτό το πράγμα ;
   Η Σοφία έριξε μια ματιά στο γραμματοκιβώτιο, πριν ανοίξει το πορτάκι του κήπου. Συνήθως έβρισκε ένα σωρό διαφημιστικά έντυπα και κάνα-δυο μεγάλους φακέλους για την μαμά της. Η Σοφία τα έπαιρνε όλα και τα άφηνε στο τραπέζι της κουζίνας ύστερα ανέβαινε στο δωμάτιό της να διαβάσει τα μαθήματά της.
   Για τον μπαμπά της δεν έρχονταν γράμματα. Η τράπεζα του έστελνε ενημερωτικά σημειώματα για τον λογαριασμό του. Αλλά ο μπαμπάς της Σοφίας δεν ήταν σαν τους συνηθισμένους μπαμπάδες. Ήταν καπετάνιος σ' ένα πετρελαιοφόρο και ταξίδευε σχεδόν όλο τον χρόνο. Όταν έπαιρνε την άδειά του κι έμενε στο σπίτι για λίγε εβδομάδες, τριγύριζε όλη μέρα με τις παντούφλες κι έδειχνε διαρκώς την αγάπη του στην Σοφία και στη μαμά της, μ' έναν τρόπο συγκινητικό. Τους μήνες, όμως, που ταξίδευε, έμοιαζε τόσο μακρινός !

...Στο μεγάλο γραμματοκιβώτιο δεν υπήρχε σήμερα παρά ένας μικρός φάκελος - κι αυτός ήταν για την Σοφία.
   "Σοφία Άμουνδσεν", έγραφε στο σημείο όπου σημειώνεται το όνομα του παραλήπτη. "Κλοφερφάιεν 3". Κι αυτό ήταν όλο. Το όνομα του αποστολέα δεν ήταν γραμένο πουθενά. Το γράμμα δεν είχε καν γραμματόσημο.
   Η Σοφία έκλεισε πίσω της το πορτάκι του κήπου κι άνοιξε το γράμμα. Μέσα, δεν βρήκε παρά ένα μικρό κομμάτι χαρτί, μικρό όσο και το φακελάκι. Και σ' αυτό το χαρτάκι ήταν γραμένα δυο λόγια μόνο:
     Ποια είσαι ;
   Τίποτε άλλο. Ούτε μια λέξη χαιρετισμού ούτε αποστολέας ούτε τίποα. Μόνο αυτές οι δύο λέξεις, γραμμένες με το χέρι και δίπλα τους ένα ερωτηματικό.
   Στριφογύρισε το φάκελο στα χέρια της, κοιτάζοντάς τον προσεκτικά γι άλλη μια φορά. Ήταν γι αυτήν - στ' αλήθεια. Αλλά ποιος τον είχε ρίξει μέσα στο γραμματοκιβώτιό τους ;
   Η Σοφία άνοιξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πόρτα του σπιτιού, που ήταν χτισμένο με κόκκινα τούβλα. Όπως πάντα όμως, η γάτα, η Σιρχάν, ήταν πιο γρήγορη: σύρθηκε ανάμεσα στους θάμνους, πήδησε στα σκαλιά και τρύπωσε στο σπίτι, πριν προλάβει η Σοφία να κλείσει πίσω της την πόρτα.
  "Ψιψίνα, ψιψίνα, ψιψίνα!"

Όταν η μαμά της Σοφία θύμωνε για οποιονδήποτε λόγο, τότε έλεγε πως το σπίτι της δεν ήταν σπίτι, ήταν ζωολογικός κήπος. Και πράγματι, η Σοφία είχε μια μεγάλη συλλογή από ζώα. Πρώτα - πρώτα, είχε μια γυάλα με τρία χρυσόψαρα: τη Χρυσομαλλούσα, την Κοκκινοσκουφίτσα και τον Μουτζούρη. Ύστερα ήταν τα παπαγαλάκια, ο Τομ κι ο Τζέρι έπειτα η χελώνα Γκοβίντα και τέλος, η γάτα με τις κίτρινες και καφετιές ραβδώσεις, η Σιρχάν. Υποτίθεται πως όλα αυτά τα ζώα αποτελούσαν ένα είδος αποζημίωσης για τη Σοφία, μια κι η μαμά της τέλειωνε αργά το βράδυ τη δουλειά της, κι ο μπαμπάς της έλειπε συνεχώς ταξιδεύοντας σ' όλες τις θάλασσες του κόσμου.
   Η Σοφία πέταξε την τσάντα της σε μια γωνιά, κι έβαλε φαγητό στο πιατάκι της Σιρχάν. Έπειτα κάθισε σ' ένα σκαμνί της κουζίνας, κρατώντας στα χέρια της το μυστηριώδες γράμμα.
Ποια είσαι;
   Μακάρι να ξερε! Ήταν, βέβαια, η Σοφία Άμουνδσεν, αλλά ποια ήταν στ' αλήθεια, πέρα από τα ονόματα; Σ' αυτό το ερώτημα δεν είχε καταφέρει ακόμα να δώσει απάντηση.
   Κι αν είχε άλλο όνομα; Αν, για παράδειγμα, την έλεγαν Άννα Κνούδσεν, θα ήταν τότε ένα άλλο, διαφορετικό κορίτσι;
  Ξάφνου θυμήθηκε πως στην αρχή ο πατέρας της ήθελε να την βαφτίσουν Σινόβε. Η Σοφία προσπάθησε να φανταστεί πώς θα ένιωθε απλώνοντας το χέρι της και λέγοντας τ' όνομά της: Σινόβε Άμουνδσεν...., αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε διαρκώς την εντύπωση πως έβλεπε μπροστά της ένα άλλο κορίτσι κι όχι τον εαυτόν της.
   Μ' ένα πήδημα κατέβηκε απ' το σκαμνί και προχώρησε στο μπάνιο, με το παράξενο γράμμα στα χέρια της. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε στο γυαλί το πρόσωπό της.
  "Είμαι η Σοφία Άμουνδσεν". είπε.
  Το κορίτσι στον καθρέφτη απαξίωσε να της απαντήσει. Ούτε μια τόση δα γκριμάτσα δεν της χάρισε. Ό,τι κι αν έκανε η Σοφία, το ίδιο ακριβώς επαναλάμβανε κι εκείνη. Η Σοφία προσπάθησε να την ξεγελάσει με μια γρήγορη, παραπλανητική κίνηση. Η άλλη, όμως, την πρόλαβε μ' ευκολία.
  "Ποια είσαι;" ρώτησε η Σοφία.
   Ούτε τώρα πήρε απάντηση. Για μια στιγμή όμως, δεν ήξερε να πει με σιγουριά ποια από τις δύο είχε κάνει την ερώτηση: αυτή η ίδια, ή η εικόνα της μέσα στον καθρέφτη;
   Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε τη μύτη του κοριτσιού μέσα στο γυαλί: "Εσύ είμαι εγώ".
   Απάντηση καμιά. Αναποδογύρισε, λοιπόν, την πρόταση και είπε:
"Εγώ είμαι εσύ".
   Η Σοφία Άμουνδσεν δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένη με το παρουσιαστικό της. Άκουγε συχνά τους άλλους να λένε πως είχε όμορφα αμυγδαλωτά μάτια, αλλά αυτό το έλεγαν μόνο και μόνο επειδή είχε μικροσκοπική μύτη και υπερβολικά μεγάλο στόμα.Τα αυτιά της, εξ άλλου, παραήταν κοντά στα μ,άτια της. Αλλά το χειρότερο απ' όλα ήταν τα μαλλιά της: ολόισια, πράσα. Με τίποτα δεν μπορούσε να τα χτενίσει όπως ήθελε. Ο μπαμπάς της χάιδευε πότε πότε το κεφάλι και την έλεγε "το κορίτσι με τα ίσια μαλλιά". Τον ίδιο τίτλο είχε κι ένα κομμάτι του Κλοντ Ντεπισί. Αλλά όποιος είναι έξω από τον χορό πολλά τραγούδια ξέρει. Ο μπαμπάς της δεν ήταν καταδικασμένος νάχει, σ' όλη του την ζωή, μαύρα, ίσια μαλλιά, που κρέμονταν σαν βρασμένα μακαρόνια ότι κι αν τους έκανες. όλα τα σπρέυ, όλες οι μάρκες αφρού για τα μαλλιά, είχαν αποδειχτεί άχρηστα στα μαλλιά της Σοφίας.
   Υπήρχαν στιγμές που η Σοφία έβρισκε την εμφάνισή της τόσο αλλόκοτη, ώστε αναρωτιόταν μήπως είχε γίνει κανένα λάθος, την ώρα που γεννιόταν. Η μαμά της της είχε πει πολλές φορές πως την είχε φέρει στον κόσμο με μια δύσκολη γέννα. Αλλά, ήταν στ' αλήθεια, η γέννα που έπαιζε πρωταρχικό ρόλο για την εξωτερική εμφάνιση ενός ανθρώπου;
   Δεν ήταν παράξενο που δεν ήξερε ποια ήταν; Δεν ήταν φοβερό που δεν μπορούσε να διαλέξει μόνη της την εξωτερική εμφάνιση; Της είχαν φορτώσει από την κούνια κιόλας, δίχως να την ρωτήσουν. Τους φίλους της μπορούσε, αν ήθελε, να τους διαλέξει. Τον εαυτόν της όμως, όχι. Άλλοι είχαν πάρει για λογαριασμό της και τη σημαντικότερη απ' όλες τις αποφάσεις:να είναι άνθρωπος.

   Τι είναι ο άνθρωπος;
   Η Σοφία κοίταξε πάλι το κορίτσι στον καθρέφτη.
   "Καλύτερα να διαβάσω την βιολογία μου", είπε, σαν να θελε να ζητήσει συγνώμη. Και μια στιγμή αργότερα, βρισκόταν κιόλας στο διάδρομο.
   "Ή, μάλλον, καλύτερα να βγω λίγο στον κήπο", σκέφτηκε.
  "Ψιψίνα, ψιψινούλα: Ψιψίνα!"
   Έβγαλε τη γάτα στα σκαλιά κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Με το παράξενο γράμμα στα χέρια της,κοντοστάθηκε στο χαλικόστρωτο δρομάκι του κήπου κι ένιωσε κάτι αλλόκοτο: για μια στιγμή, της φάνηκε πως ήταν μια μαριονέτα, που χάρη σε κάποιες μαγικές δυνάμεις είχε ζωντανέψει.
   Δεν ήταν ν απορεί που βρισκόταν στον κόσμο και μπορούσε να τριγυρίζει μέσα σ' ένα θαυμαστό παραμύθι;
   Η Σιράν πήδηξε με χάρη πάνω στα χαλίκια πίσω από τις βατομουριές. Μια ολοζώντανη γάτα, μια γάτα που έσφιζε από ζωή, από τις άσπρες τρίχες στα μουστάκια της ως την άκρη της λυγερής ουράς της. Βρισκότανκι αυτή στον κήπο, αλλά δεν είχε συνείδηση αυτού του γεγονότος, τουλάχιστον με τον τρόπο που το αντιλαμβανόταν η Σοφία.
   Αφού η Σοφία συλλογίστηκε κάμποσο πως υπήρχε, έφτασε να σκεφτεί πως δεν θα υπήρχε για πάντα.
   "Τώρα υπάρχω και βρίσκομαι μέσα στον κόσμο", είπε με το νου της. "Μια μέρα όμως, θα χαθώ, και δε θά μαι πια εδώ".
   Υπήρχε άραγε, ζωή μετά τον θάνατο; Ήταν κι αυτό ένα ερώτημα, για το οποίο η γάτα δεν είχε ασφαλώς την παραμικρή ιδέα.
   Πριν από λίγο καιρό, είχε πεθάνει η γιαγιά της Σοφίας. Εδώ κι έξι μήνες, σχεδόν καθημερινά, η Σοφία την σκεφτόταν, σκεφτόταν πόσο της έλειπε. Δεν είναι άδικο που η ζωή κάποτε πρέπει να τελειώνει;
   Η Σοφία στάθηκε συλλογισμένη στο χαλικόστρωτο δρομάκι.
Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη της στο γεγονός ότι υπήρχε, για να ξεχάσει έτσι πως δεν επρόκειτο να μείνει για πάντα εδώ.
Αδύνατον. Μόλις κατάφερνε να συμμαζέψει το μυαλό της και να σκεφτεί πως υπήρχε, νάσου πρόβαλλε αμέσως κι η άλλη σκέψη, πως, δηλαδή, κάποια μέρα η ζωή της θα φτανε στο τέλος της. Το ίδιο ήταν, όμως, κι από την ανάποδη: μόνο όταν το καταλάβαινε πέρα για πέρα ότι μια μέρα δεν θα υπήρχε πια, μόνο τότε ένιωθε πόσο απέραντα πολύτιμο ήταν το δώρο της ζωής. Ήταν οι δυο πλευρές του νομίσματος, ενός νομίσματος που στριφογύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στα δάχτυλά της, για να το περιεργαστεί. Κι όσο μεγάλωνε και καθάριζε μπροστά της η μια του όψη, τόσο μεγάλωνε και καθάριζε ταυτόχρονα κι η άλλη. Η ζωή κι ο θάνατος ήταν οι δυο πλευρές ενός και του ίδιου πράγματος.
  Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως ζούμε, χωρίς να καταλάβουμε, την ίδια στιγμή, πως κάποτε θα πεθάνουμε, σκέφτηκε. Και δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως θα πεθάνουμε, χωρίς να νιώσουμε αμέσως κιόλας πόσο θαυμάσια είναι η ζωή.
   Η Σοφία θυμήθηκε πως η γιαγιά της είχε πει κάτι παρόμοιο, την ημέρα που έμαθε για την αρρώστια της. "Τώρα καταλαβαίνω πόσο όμορφη και πλούσια είναι η ζωή", είχε πει.
   Δεν είναι θλιβερό που οι περισσότεροι άνθρωποι πρέπει ν' αρρωστήσουν, για να μπορέσουν να δουν την ομορφιά της ζωής; Ή, έστω, να βρουν ένα μυστηριώδες γράμμα στο γραμματοκιβώτιό τους;
   Μήπως θα 'πρεπε να ρίξει ακόμα μια ματιά; Ίσως, στο μεταξύ, να 'χε έρθει και κάτι ακόμα. Η Σοφία έτρεξε κι ανασήκωσε το πράσινο σκέπασμα. Τινάχτηκε τρομαγμένη, όταν είδε ένα φακελάκι όμοιο με το προηγούμενο.Μήπως ήταν εκεί κι από πριν,κι εκείνη δεν το είχε δει στην βιασύνη της, καθώς έβγαζε από μέσα το πρώτο γράμμα;

   Στο φάκελο ήταν πάλι γραμμένο τ' όνομά της. Τον έσκισε κι έβγαλε ένα άσπρο χαρτάκι, ίδιο με το πρώτο.
   Μόνο η ερώτηση ήταν αλλιώτικη: 

Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;
   Δεν έχω ιδέα, είπε με το νου της η Σοφία. Κανείς δεν το ξέρει αυτό! Κι όμως, η ερώτηση δεν ήταν καθόλου κουτή. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Σοφία σκέφτηκε πως δεν ήταν δυνατόν να ζεις σ' ένα κόσμο, δίχως ν' αναρωτηθείς τουλάχιστον πώς είχε ξεκινήσει, από που ερχόταν και πως είχε δημιουργηθεί.
  Είχε τόσο πολύ μπερδευτεί με τα μυστηριώδη γράμματα, που αποφάσισε ν' αποτραβηχτεί για λίγο στη "σπηλιά της". Η σπηλιά ήταν η μυστική κρυψώνα της Σοφίας. Όταν ήταν πολύ θυμωμένη, πολύ λυπημένη ή πολύ χαρούμενη, ερχόταν και κρυβόταν στη "σπηλιά" της. Σήμερα, ήταν πολύ μπερδεμένη.

Το κόκκινο σπιτάκι ήταν χτισμένο στη μέση ενός μεγάλου κήπου, με πολλά παρτέρια, βατομουριές, θάμνους και διάφορα δέντρα. Στη μια πλευρά είχε κοντοκουρεμένο γρασίδι με μια όμορφη κούνια. Είχε, επίσης, κι ένα μικρό,,στρογγυλό κιόσκι,που τόχε φτιάξει ο παππούς της για τη γιαγιά, όταν το πρώτο τους παιδί πέθανε λίγες εβδομάδες μετά την γέννησή του. Το δύστυχο το μωράκι το λέγανε Μαρία. Στο μνήμα του είχαν γράψει: "Η μικρή Μαρία ήρθε, μας χαιρέτησε και βιάστηκε να φύγει"
  Σε μια γωνιά του κήπου, πίσω από τις βατομουριές, ήταν κάτι άγριοι θάμνοι,που δεν έβγαζαν ούτε λουλούδι ούτε καρπό. Ήταν ένας παλιός φράχτης, που σημάδευε τα σύνορα ανάμεσα στον κήπο και το δάσος. Κανείς δεν τον είχε περιποιηθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια γι αυτό κι είχε αγριέψει, είχε γίνει σχεδόν αδιάβατος. Η γιαγιά έλεγε πως τα χρόνια του πολέμου, που άφηνε τις κότες ελεύθερες στον κήπο να σκαλίζουν το χώμα και να τρώνε, ο παλιός φράχτης δυσκόλευε τις αλεπούδες, όταν τρύπωναν μέσα ν' αρπάξουν τα πουλερικά.
   Για όλους τους άλλους, ο φράχτης ήταν το ίδιο άχρηστος, όπως και τα παλιά σπιτάκια για τα κουνέλια στο μπροστινό μέρος του κήπου. Αυτό, όμως, συνέβαινε, επειδή δεν ήξεραν το μυστικό της Σοφίας. Από τότε που θυμόταν τον εαυτόν της, η μικρή είχε ανακαλύψει ένα πέρασμα ανάμεσα στα κλαδιά των άγριων θάμνων. Σέρνοντας χωνόταν μέσα κι έφτανε σ' ένα μικρό ξάνοιγμα,που ήταν η "σπηλιά" της. Εδώ μέσα ήταν σίγουρη πως κανείς δεν μπορούσε να την βρει.
   Με τα δυο γράμματα στο χέρι, η Σοφία διέσχισε τον κήπο τρέχοντας. Ύστερα σύρθηκε με τα τέσσερα και χάθηκε μέσα στον φράχτη. Η σπηλιά ήταν αρκετά μεγάλη και ψηλή. Η Σοφία μπορούσε να σταθεί σχεδόν όρθια. Τώρα, όμως, κάθισε πάνω σε κάτι χοντρές ρίζες. Από τη θέση αυτή, μπορούσε να βλέπει ανάμεσα από τα φύλλα και τα κλαδιά όλο το κήπο. Οι τρυπίτσες, που είχε ανακαλύψει, δεν ήταν μεγαλύτερες από ένα μεγάλο κέρμα η καθεμιά τους, της εξασφάλιζαν, όμως, σπουδαία θέα. όταν ήταν μικρή, της άρεσε να παρακολουθεί από κει μέσα τον μπαμπά της ή τη μαμά της, που την έψαχναν ανάμεσα στα δέντρα.

  Για τη Σοφία, ο κήπος ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος. Από πάντα. Κάθε φορά που διάβαζε στη Βίβλο την ιστορία του Κήπου της Εδέμ, έφερνε στο μυαλό της τη "σπηλιά" της και σκεφτόταν πόσο όμορφα ένοιωθε να κάθεται κρυμμένη και να κοιτάζει το μικρό της παράδεισο.

   "Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;"
   όχι πως δεν ήξερε. Ήξερε, φυσικά, πως η Γη δεν ήταν παρά ένας μικρός πλανήτης μέσα στο απέραντο διάστημα. Αλλά το Διάστημα,πως είχε δημιουργηθεί;
   Μπορεί, βέβαια, το Διάστημα να υπήρχε και από πάντα. Και τότε, δε χρειαζόταν καμιά απάντηση. Μπορούσε, όμως, κάτι, οτιδήποτε, να υπάρχει από πάντα; Πως ήταν δυνατόν να υπάρχει κάτι αιώνια; Κάτι μέσα της αρνιόταν να το πιστέψει. ότι υπάρχει, πρέπει νάχει μια αρχή. Άρα και το διάστημα από κάτι άλλο φτιάχτηκε, κάπως δημιουργήθηκε.

Αν όμως το Διάστημα φτιάχτηκε ξαφνικά από κάτι άλλο, τότε αυτό το άλλο θα πρέπει, με τη σειρά του, να φτιάχτηκε από κάτι άλλο. Η Σοφία καταλάβαινε πως δεν είχε λύσει το πρόβλημα, απλά, το είχε διώξει λίγο πιο μακριά της. Στο τέλος τέλος, κάτι, κάποτε, θα πρέπει να δημιουργήθηκε από το τίποτα. Αλλά πως ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Μήπως κι αυτή η σκέψη δεν ήταν το ίδιο αδιανόητη με την άλλη, πως, δηλαδή, ο κόσμος υπήρχε από πάντα;
  Στο μάθημα των θρησκευτικών είχαν μάθει ότι τον κόσμο τον είχε δημιουργήσει ο Θεός. Η Σοφία προσπάθησε να χορτάσει μ αυτή την απάντηση, προσπάθησε να πείσει τον εαυτόν της πως αυτή ήταν στο κάτω κάτω η καλύτερη λύση γι αυτό το πρόβλημα. Ύστερα, όμως, άρχισε, και πάλι να το σκέφτεται. Εντάξει, μπορούσε να φανταστεί ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει το Σύμπαν. Αλλά τον Θεό τον ίδιο, ποιος τον είχε δημιουργήσει; Ή μήπως είχε δημιουργήσει ο ίδιος από το μηδέν τον εαυτόν του; Πάλι κάτι διαμαρτυρήθηκε μέσα της. Ο Θεός, βέβαια, μπορούσε να φτιάξει ότι ήθελε. Αλλά δεν μπορούσε να φτιάξει τον ίδιο του τον εαυτό. Για να το κάνει αυτό, θάπρεπε πρώτα να είναι Θεός και να υπάρχει ήδη. Μετά απ' αυτό, μια δυνατότητα της έμενε: να δεχτεί πως ο Θεός υπήρχε από πάντα.Αλλά αυτή τη δυνατότητα την είχε απορρίψει από την αρχή.

   "Που να πάρει η ευχή!"
   άνοιξε ξανά τους δύο φακέλους.

   "Ποια είσαι;"
   "Πως δημιουργήθηκε ο κόσμος;"
   Τι σπαζοκεφαλιές ήταν αυτές! Κι από που είχαν έρθει τα δυο γράμματα; Αυτό κι αν ήταν μυστήριο!
   Ποιος είχε ταράξει την καθημερινότητα της Σοφίας και την είχε φέρει ξάφνου αντιμέτωπη με τα μεγαλύτερα αινίγματα του Σύμπαντος;

Για τρίτη φορά, η Σοφία πήγε στο γραμματοκιβώτιο.
   Αυτή τη φορά, βρήκε τα γράμματα που είχαν έρθει με το κανονικό ταχυδρομείο. Ψάρεψε ένα χοντρό πακέτο με διαφημιστικά έντυπα, εφημερίδες και δυο γράμματα για τη μαμά της. Ήταν και μια κάρτα ανάμεσά τους - με τη φωτογραφία μιας πανέμορφης αμμουδιάς από κάποια χώρα του Νότου. Γύρισε την κάρτα. Είχε νορβηγικά γραμματόσημα και τη σφραγίδα "ΟΗΕ - Τάγμα Κυανοκράνων" Μήπως ήταν από τον μπαμπά της; Εκείνος, όμως, βρισκόταν αλλού! Και τα γράμματα δεν ήταν τα δικά του.

   Η Σοφία ένιωσε το αίμα της να κυλά γρηγορότερα στις φλέβες της, όταν διάβασε τη διεύθυνση στο πίσω μέρος της κάρτας. "Χίλντε Μόλερ Κναγκ, C/O Σοφία Άμουνδσεν, Κλοφερφάιεν 3..." Τα υπόλοιπα ήταν όλα σωστά. Η κάρτα έγραφε:

Αγαπημένη μου Χίλντε! Σου στέλνω τις καλύτερες ευχές μου, τώρα που κλείνεις τα δεκαπέντε σου χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, θέλω να σου κάνω ένα δώρο που θα σε βοηθήσει να ωριμάσεις. Συγχώρεσέ με που στέλνω την κάρτα στην Σοφία, αλλά αυτό ήταν το πιο εύκολο.
                                                           Πολλά φιλιά, ο μπαμπάς σου

Η Σοφία γύρισε τρέχοντας στο σπίτι και όρμησε στην κουζίνα. Ένιωθε μέσα της να λυσσομανάει σωστή  τρικυμία. Τι ήταν τούτα πάλι; Ποια ήταν αυτή η Χίλντε, που είχε τα γενέθλιά της ένα μήνα πριν κλείσει η ίδια η Σοφία τα δεκαπέντε της χρόνια;
   Η Σοφία άνοιξε τον τηλεφωνικό κατάλογο. Οι Μόλερ ήταν πολλοί κι οι Κναγκ άλλοι τόσοι. Αλλά σ' ολόκληρο τον κατάλογο δεν υπήρχε ούτε ένας με το όνομα Μόλερ Κνανγκ.
   Κοίταξε πάλι την παράξενη κάρτα στα χέρια της. Ήταν αληθινή, με γραμματόσημο και σφραγίδα.
   Αλλά γιατί να στείλει ένας πατέρας μια κάρτα για τα γενέθλια της κόρης του στη διεύθυνση της Σοφίας; Μια κάρτα που, προφανώς, προοριζόταν για κάποια άλλη; Ποιος πατέρας θάστελνε σε λάθος διεύθυνση τις ευχές για τα γενέθλια του παιδιού του; Και γιατί αυτό ήταν "πιο εύκολο"; Αλλά πάνω απ' όλα, πως θάβρισκε αυτή τη Χίλντε;
   Έτσι απόκτησε η Σοφία άλλο ένα πρόβλημα, λες και δεν είχε ήδη αρκετά. Δοκίμασε πάλι να βάλει σε τάξη το μυαλό της και τις σκέψεις της.
   Μέσα σε λίγες ώρες, το ίδιο εκείνο απόγευμα, είχε έρθει αντιμέτωπη με τρία αινίγματα. Το πρώτο ήταν : ποιος είχε ρίξει στο γραμματοκιβώτιο τους δύο μικρούς άσπρους φακέλους. Το δεύτερο ήταν οι δύο ερωτήσεις που είχε λάβει μ' αυτό το αλλόκοτο ταχυδρομείο. Και το τρίτο ήταν: ποια ήταν η Χίλντε Μόλερ Κναγκ, και γιατί είχε πάρει η Σοφία μια κάρτα με τις ευχές για τα γενέθλια αυτού του άγνωστου κοριτσιού;
   Ήταν σίγουρη πως αυτά τα τρία αινίγματα συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Γιατί ως τότε τίποτα ασυνήθιστο δεν είχε ταράξει την ρουτίνα της ζωής της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ...

"Blackie cat"
Μέλος Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής ΔΗΜ.ΑΡ Β΄ ΑΘΗΝΑΣ
Μέλος Πολιτικού Γραφείου Αν. Αττικής ΔΗΜ.ΑΡ









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου