Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Η ποίηση του Γιάννη Σκαρίμπα σήμερα

"..Εκεί, προς τις γραμμές του νότιου απείρου περήφανο ως λικνίζονταν το πλοίο με δυο γλαρά φουγάρα και ονείρου φώτα χρυσά - η κυρία μ' ένα βιβλίο στο χέρι, έστεκε και θεωρούσε πέρα μακριά, τα χάη..."



Ανατρεπτικός και χειμαρρώδης, ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984), πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και αρθρογράφος, είναι πρωτίστως αναγνωρίσιμος για τα νεωτερικά αφηγήματά του («Το θείο τραγί» /1933, «Μαριάμπας» /1935, «Το σόλο του Φίγκαρω»/ 1938 κ.α.). Παράλληλα όμως, υπάρχει και ένας ποιητικός κόσμος του χαλκιδέου συγγραφέα που αποτελείται από τρεις συλλογές: 85 ποιήματα στο σύνολό τους.


"Η ποίηση του Σκαρίμπα παραμένει εν πολλοίς αδιερεύνητη από την κριτική, ανήκει όμως στο ίδιο σύμπαν με το πεζογραφικό του έργο.

Εξεζητημένα θέματα, κατακερματισμένο ύφος, αιρετική γλώσσα, ανατρεπτική διάθεση είναι τα χαρακτηριστικά της ρηξικέλευθης πεζογραφίας του που ανανέωσε τον ελληνικό αφηγηματικό λόγο. Ως ποιητής δεν είναι εξίσου ρηξικέλευθος, αλλά η ποίησή του είναι ιδιαίτερη. Ανήκει στη γενιά των νεορομαντικών ή μετασυμβολιστών ποιητών του Μεσοπολέμου, του Καρυωτάκη και των συνοδοιπόρων του, με τους οποίους μοιράζεται κοινά στοιχεία: τη φυγή από την πραγματικότητα, τη βάσανο της γραφής, την ανάγκη να μιλήσει λογοτεχνικά και την αδυναμία της γλώσσας να υπηρετήσει αυτή την ανάγκη. Ο καταλυτικός αυτοσαρκασμός του όμως και η ειρωνεία τον διαφοροποιούν σημαντικά από τους ποιητές αυτούς.



Σε αυτά τα διαφοροποιητικά στοιχεία ίσως οφείλεται και η μεγάλη απήχησή του σήμερα στους νέους. Αγαπούν τον Καρυωτάκη αλλά ο Σκαρίμπας βρίσκει μεγαλύτερη ανταπόκριση στο νεανικό κοινό γιατί δεν είναι τόσο σκοτεινός. Είναι σε κάποια ποιήματά του ζοφερός, υπερτερεί όμως στη γραφή του το παιγνίδι, ο "ζαβός παλμός της ζωής".



Εκπλήσσει το στοιχείο της ανατροπής, η συνεχής ανανέωση στη γραφή του, η ειρωνεία που προσφέρει διαρκώς μια νέα οπτική γωνία προσέγγισης των θεμάτων. Πρόκειται για έναν συγγραφέα που αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην Ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Δημιούργησε ένα συγγραφικό σύστημα κλειστό, που γνώρισε ελάχιστους και ελάσσονες μιμητές και δεν σχημάτισε σχολή. Δεν ανήκει στη γενιά του 1920, βιολογικά μόνο συμπορεύεται με τους λογοτέχνες της γενιάς του 1930. Στέκει μόνος και αταξινόμητος, μια πολύ ενδιαφέρουσα συγγραφική προσωπικότητα της ελληνικής πρωτοπορίας.



Η ποιητική του παραγωγή εκ πρώτης όψεως είναι παραδοσιακή: τα ποιήματά του οργανώνονται σε τετράστιχες ομοιοκατάληκτες στροφές. Αυτοαναφορική, εσωστρεφής, είναι «ριζωμένη στα πιο βαθιά κοιτάσματα της υπαρξιακής αναζήτησης» του Μεσοπολέμου. Εκφράζεται όμως με γλώσσα «αναρχική» και φιλοξενεί στο εσωτερικό της ένα πλήθος ανατρεπτικών χαρακτήρων -πιερότους, αρλεκίνους, κλόουν, φασουλήδες, βοϊδάγγελους, γκαφατζήδες και λοξούς- που δρασκελίζουν διαρκώς τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Ο κριτικός Αντρέας Καραντώνης τον αποκάλεσε "μαεστρία του ενστικτώδους παραλόγου". Είναι ο Σκαρίμπας ο τελευταίος της παραδοσιακής ποίησης ή ένας ιδιόμορφος νεωτερικός ποιητής";

Κατερίνα Κωστίου

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι





Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Νίκος Καββαδίας - ο ποιητής των Οριζόντων


    Όσοι έχουν ταξιδέψει με πλοία γνωρίζουν καλά τη θάλασσα και όλα όσα αυτή η ένοια περικλείει: Τις νυχτερινές μοναχικές πορείες των καραβιών με τα φώτα τους που λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες στο σκοτάδι, καθώς περνούν τις αραιά φωτισμένες παραθαλάσσιες κωμοπόλεις, τη χαρά σαν αντικρύζεις το πρωί το λιμάνι, τον ήλιο που λάμπει φλογίζοντας τα σκαριά... 

    Τις τρικυμίες, τον αέρα που φυσάει δυνατός στα καταστρώματα...

    Την πειθαρχημένη σαν ρολόι ζωή των ναυτικών, τη σκληρή εργασία που προσφέρει όλο το πλήρωμα από τον καπετάνιο ως τον τελευταίο του πληρώματος.



    Η ζωή του

     (1910-1976)

    Γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν , και τεσσάρων χρονών έφυγε με την οικογένειά του για την Κεφαλλονιά, απ΄όπου κατάγονταν οι δικοί του. Οταν πήγαινε στο Δημοτικό η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κι εκεί ο ποιητής συνέχισε το Δημοτικό και τέλειωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο. Το 1928 έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή αλλά την ίδια χρονιά αρρώστησε βαριά ο πατέρας του και αναγκάστηκε να δουλέψει. Εργάστηκε στην αρχή μερικούς μήνες σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στο φορτηγό Αγιος Νικόλαος. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, μα ήδη είχε χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν η πιο σύντομη λύση. Πήρε το δίπλωμα το 1939 αλλά ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Πήγε στρατιώτης στην Αλβανία κι έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα, τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Ξαναμπαρκάρισε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα, ως ασυρματιστής στα εμπορικά και επιβατικά καράβια. Ετσι είχε την ευκαιρία να γυρίσει όλο τον κόσμο και να γνωρίσει τις ανοιχτές θάλασσες, τα εξωτικά λιμάνια και να αντλήσει από τις άμεσες εμπειρίες του το υλικό για την ποίησή του. Επιστρέφοντας απ' το τελευταίο του ταξίδι κι ενώ ετοίμαζε την έκδοση της τρίτης συλλογής του πέθανε ξαφνικά από εγκεφαλικό επεισόδιο το Φεβρουάριο του 1975. Από παιδί ένιωσε ακατανίκητη έλξη για τη θάλασσα γι' αυτό και έγινε ναυτικός.Τα ποιήματά του έχουν έχουν πλαίσιο τη θάλασσα και θέμα τη σκληρή ζωή των ναυτικών. Ωστόσο για τον Καββαδία, που είναι ιδανικός εραστής "των μακρισμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων" η θάλασσα είναι ένας μαγικός κόσμος. Από αυτή αντλεί δύναμη και αγάπη για τον άνθρωπο.

    Μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το Θάνο Μικρούτσικο

    1. kuro siwo (Πούσι)

    Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
    δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
    Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
    και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.
    Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
    χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
    Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
    που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα
    Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
    χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
    κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
    "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "
    Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
    Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
    Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
    κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.
    Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
    Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
    κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
    πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

    2.Θεσσαλονίκη (Πούσι)

    Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
    το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
    Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις,
    μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.
    Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι
    -'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
    Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
    που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί
    Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανόλια
    μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
    Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
    ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί :
    Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
    και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
    Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
    σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού
    Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
    κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
    Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
    και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.
    Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη'
    Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ".
    Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
    μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

    3. Σταυρός του Νότου (Πούσι)

    Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
    Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
    γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
    σ΄ άλλους παρλλήλους θα 'χεις μπει.
    Κούλικο στο στήθος σου τατού,
    που όσο κι αν το καις δεν λέει να σβήσει.
    Είπαν πως την είχες αγαπήσει
    σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
    Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
    κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
    Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
    κι άκοπο μασάς κάθε πικρό.
    Το Αλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
    με το παλιονώριο πήρα κάτου.
    Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου :
    "Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".
    Αλλοτε απ΄τον ίδιον ουρανό
    έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
    με του καπετάνιου τη μιγάδα,
    μάθημα πορείας νυχτερινό.
    Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
    πήρες το μαχαίρι, δυο σεlλίνια,
    μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
    ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.
    Κάτου στις αχτές της Αφρικής
    πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
    Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
    και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

    4. Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Μαραμπού)

    Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
    όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
    στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
    κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.
    Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
    και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
    κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
    όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.
    Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
    πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
    και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
    - Σαν πάμε στο Αντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.
    Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
    και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
    και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
    με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.
    Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
    Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
    για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
    έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.
    Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,
    πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
    Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,
    και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.





                                                        Blondie cat (Βάσω Σκλαβούνου)
                                            Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.
                       Μέλος του Τομέα Οικολογίας της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.           
                               Μέλος Ένωσης Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίων Γέρακα
                            Πρόεδρος Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Γέρακα
                            (Συντηρήτρια Έργων Τέχνης & Αρχαιολογικών Ευρημάτων)

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Χρονιά Οδυσσέα Ελύτη

Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, αλλά καταγόταν από την Μυτιλήνη. Ανήκει  στην λεγόμενη γενιά του ΄30 και στην αρχή παρουσιάστηκε στην ποίηση ως σουρεαλιστής με την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί".
   Μέσα στην κατοχή κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Ήλιος ο πρώτος". Η θάλασσα, ο ουρανός, ο ήλιος κι ο έρωτας είναι τα κεντρικά στοιχεία που προβάλλονται κι εξυμνούνται σε όλα τα ποιήματά του. Αλλά ο Ελύτης δεν είναι μόνο ένας φυσιολάτρης, είναι κι ένας θερμός πατριώτης.  Μετά την απελευθέρωση θα κυκλοφορήσει το έργο "άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας", θα σωπάσει για αρκετά χρόνια ενώ μάλιστα θα φύγει από την Χώρα και θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου θα σπουδάσει και θα μεταφράσει πολλά ποιήματα Γάλλων ποιητών.                Αργότερα θα εκδώσει νέες ποιητικές συλλογές το πιο αντιπροσωπευτικό έργο της λογοτεχνικής του παραγωγής, το "Αξιον Εστί".
   Στη συνέχεια, θα εκδώσει τα: " Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό", "Ήλιος ο ηλιάτορας", "Τα ρω του έρωτα", "Το φωτόδεντρο και η 14η Ομορφιά", "Το μονόγραμμα", και "Τα ετεροθαλή". Κυκλοφόρησε επίσης τα δοκίμια "Ο ζωγράφος Θεόφιλος" και "Ανοιχτά χαρτιά" καθώς και πολλά άλλα. Ακόμη μετέφρασε με επιτυχία ποιήματα των: Λόρκα, Ελυάρ και Λωτρεαμόν. Το 1976 κυκλοφόρησαν τρία ακόμη βιβλία του με τίτλους: "Δεύτερη γραφή", "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη" και "Σηματολόγιο". Τα έργα του μεταφράστηκαν και σε πολλές ξένες γλώσσες.
Ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Ελύτης θα παραμείνει ως ο ποιητής του Ελληνισμού, αφού αυτός τον έφτασε στην πιο τέλεια μορφή. Ο Ελύτης σπουδαιότατος και πνευματώδης ποιητής με παγκόσμια ακτινοβολία, αξιολογήθηκε και τιμήθηκε όπως πραγματικά του άξιζε. Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του "Άξιον Εστί". Αυτό τιμά, όχι μόνον τον Οδυσσέα Ελύτη αλλά και ολόκληρο τον Ελληνισμό.





ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ



ΙΗ’
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αριτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ’ ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν
απο τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας,
αυτός ο Πρίγκηπας των Κρίνων.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης,
μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος απο τους αιθέρες δίκαιο.
Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι αυτών τα δόντια η ρόγα που μεθά,
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού, ας ακολουθήσουνε τα βήματά μου !
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Χτυπά η καμπάνα του ΄μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
ΝΥΝ και ΑΕΙ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν, αιέν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.



ΙΖ’
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα
με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά
και το πράο στο δέρμα χρυσάφισμα.
Μες στα χόρτα προβαίνω, με το γόνατο πλώρη
κι η ανάσα μου διώχνει απ’ την όψη της γης
τις στερνές τολύπες του ύπνου.
Και τα δέντρα βαδίζουν στο πλάι μου, εναντίον του ανέμου.
Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα :
Κρήνη την κρύπτη της Ελένης.
Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού.
Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.
Όθε με δόξα θα περάσω.
Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας
γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα :
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος !
Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση.
Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα
τους χρόνους της οργής πίσω απ’ τα σίδερα.
Και γυαλόν απέραντο, απο μαγγανεία31 ωραίων ματιών βρεμένο,
τον βυθό της Μαρίνας.
Όπου αγνός θα περπατήσω.
Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας
γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος !
Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι ...





Blondie cat
Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜ.ΑΡ.
Μέλος του Τομέα Οικολογίας της Κ.Ε. ΔΗΜ.ΑΡ.
Μέλος Ένωσης Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Γέρακα
Πρόεδρος Συλλόγου Γονέων & Κηδεμόνων Γυμνασίου Γέρακα
(Συντηρήτρια Έργων Τέχνης & Αρχαιολογικών Ευρημάτων)

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος

Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος
Μοναξιά είναι να μην έχει την έννοια σου κανείς
ούτε ξένος,
ούτε φίλος,
ούτε συγγενής.
==========
Μοναξιά είναι
ως άνεργος να μην έχεις
κάπου να δουλέψεις
και ως άθεος σε κάποιο ψέμα να πιστέψεις.
==========
Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος
Μοναξιά είναι
ο χρόνος της ζωής σου που δεν μοιράζεται
ο χρόνος της απουσίας σου
που κανείς δεν νοιάζεται.
==========
Μοναξιά είναι χρόνος ξεκούρασης,
περισυλλογής και απολογισμού
χώρος κενός,
χρόνος νεκρός
και αποχωρισμού.
==========
Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος
Μοναξιά είναι
ανάμεσα σε χίλιους
εσύ να είσαι ο ξένος
ανάμεσα χίλια όνειρα
εσύ να είσαι μόνος.
==========
Μοναξιά είναι
σε χίλια και ένα συναισθήματα
εσύ να είσαι ό πόνος
για όσα στην ψυχή σου ροβολούν
εσύ να είσαι ο φθόνος.
==========
Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος.
Μοναξιά είναι
σπίτι κενό
κι άδεια αγκαλιά για να κρυφτείς
καρδιά μισή
κι άδειο μυαλό
για να σκεφτείς.
==========
Μοναξιά είναι
η σχέση δύο φίλων
που ο ένας είσαι εσύ
κι άλλος ο κανείς
που ο ένας
βρίσκεται εδώ
κι άλλος στα πέρατα της γης

"Geos ..."




Blackie cat

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η τελευταία επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη



"Τόση απελπισία κι ήταν τόσο νέα ...
Άξιζε τον κόπο Μαρία ;"

Ἀγαπητοὶ φίλοι


Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!


Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.


Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;


Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε.

Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...


Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἐαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...


Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...


Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...


Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...


Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.


Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη




Blackie cat


Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ella Wheeler Wilcox


Πικρή αλήθεια

"Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα
ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.
Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε
είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο.
Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα
Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη
Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα
όσους μας αγαπούν περισσότερο"




Μοναξιά

Γέλασε, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου.
Κλάψε, και μονάχος θα κλαις.
Γιατί η λυπημένη γέρικη γη πρέπει να δανειστεί την ευθυμία της.
ενώ έχει δικά της προβλήματα αρκετά.
Τραγούδησε, και οι λόφοι θ' απαντήσουν.
Αναστέναξε, κι ο στεναγμός σου στον αέρα θα χαθεί.
Αναπηδούν οι αντίλαλοι σε ήχο χαρωπό,
μα συρρικνώνονται στης έγνοιας τη φωνή.

Αγαλλίασε, και οι άνθρωποι θα ψάξουν να σε βρουν.
Πένθησε, και την πλάτη θα γυρίσουν ν΄απομακρυνθούν.
Θέλουν γεμάτο μερτικό απ' όλες τις χαρές σου,
μα δεν χρειάζονται την θλίψη από τις συμφορές σου.
Είσαι χαρούμενος, και οι φίλοι σου είναι πολλοί.
Γίνε λυπημένος, και τους έχασες όλους.
Ούτε ένας δεν αρνείται το νέκταρ του οίνου σου,
αλλά μονάχος πρέπει να πιεις της ζωής τη χολή.

Γιόρτασε με γεύμα πλούσιο, και οι αίθουσές σου
θα γεμίσουν από πλήθη.
Νήστεψε, κι ο κόσμος θα σε προσπεράσει.
Να πετυχαίνεις και να δίνεις, κι αυτό σε βοηθάει να ζήσεις,
μα κανένας δε σε βοηθάει να πεθάνεις.
Υπάρχει χώρος στους διαδρόμους της χαράς
για ένα μακρύ κι αρχοντικό τραίνο,
αλλά όλοι πρέπει να μπούμε ένας - ένας στη σειρά
για τα στενά περάσματα του πόνου.


Blackie cat

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Μανώλης Αναγνωστάκης

"Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες"




(1925 - 2005) 
Από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις  ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως "ο ποιητής της ήττας", καθώς με τους στίχους του εξέφραζε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.


Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας "δώστε τη χούντα στο λαό".


Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.


Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα
τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρύφαλλα και να δακρύζουν.


Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και "απόψεις".


Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο.


Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.


Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983
















"Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω", είχε ξεκαθαρίσει, γιατί "το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή". Ίσως, επειδή, όπως είχε πει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, "η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό".


Τώρα είμαι ένας απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξενος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα-


Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επίλεκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι.
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι.
Οι πονηροί συνδαιτημόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Ερχονται οι τελευταίες προδιαγραφές


Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.
(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πως)





Η πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση έγινε εν μέσω της τριπλής φασιστικής κατοχής στα 17 του χρόνια. Μαθητής του Γυμνασίου το 1942, εμφανίστηκε στο περιοδικό "Πειραϊκά Γράμματα", που εξέδιδαν ΕΑμίτες και άλλοι προοδευτικοί λογοτέχνες και το 1944 στο ΕΠΟΝίτικο φοιτητικό περιοδικό "Ξεκίνημα". Μετά τη δημιουργία της ΕΠΝ, εντάχθηκε στην οργάνωση και στο ΚΚΕ, ενώ με την διάσπαση, το 1968, εντάχθηκε στο ΚΚΕ "εσωτερικού". Σπούδασε Ιατρική. Για τη δράση του συνελήφθη το 1948, βασανίστηκε, καταδικάστηκε για παράνομη δράση από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο και φυλακίστηκε στο Επταπύργιο, έως το 1951.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ αχτίδες,κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ ασπιρίνες.


Μάθαμε απ όξω - βασικά - όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε του δακτυλοδειχτούμενου τα βλήμματα
κρατώντας τον Μαρξ - Εγκελς υπό μάλης.


Μέρα τη μέρα θα ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν τα χρόνια
κι όμως σ' το λέγαν οι γονείς σου "άσ' τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο "άλλα κωθώνια".


Πάντοτε ο καπιταλισμός βρίσκει περάσματα
 και ξεπερνά τις δύσκολες τις κρίσεις.
Κι ένα πρωί: "Απαγορεύονται τα άσματα
και κοπιάστε στο τμήμα για ανακρίσεις".


Τώρα να σπάσεις δεν μπορείς πια, σε χρωμάτισαν
και σ' έχουν σαν τον ποντικό μέσα στη φάκα
και δεν ξεφεύγεις από του χαφιέ το μάτι σαν
συναναστρέφεσαι τον καθ' ένα μαλάκα.


Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια
σ' ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάριασες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.



Παράλληλα με την ποίησή του, που μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γρμανικά και ιταλικά και μελοποιήθηκε από συνθέτες, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Θάνος Μικρούτσικος, Αγγελική Ιονάτου, Μιχάλης Γρηγορίου, Δημήτρης Παπαδημητρίου κ.ά., ασχολήθηκε και με την μελέτη και την κριτική της λογοτεχνίας, συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά και με την εφημερίδα "Αυγή". Επίσης, είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.














Blackie cat