Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ - μια από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας

     Γεννήθηκε σαν σήμερα στις 17 Ιανουαρίου 1860 στην κωμόπολη Τανγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Έφυγε στις 2 Ιουλίου 1904 σε ηλικία μόλις 44άρρων ετών στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 9 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που "ξοδεύουν" τη ζωή τους μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.


     Ήταν το τρίτο παιδί από τα έξι της οικογένειάς του και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε την ελευθερία του. Ο πατέρας του δούλευε ως λογιστής και διατηρούσε τυροκομείο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατον να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο αδέλφια του Τσέχωφ, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν από το σπίτι. Για να αποφύγει την δικαστική δίωξη των δανειστών του, ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα υπόλοιπα αδέλφια του. Τ πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρογκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασσικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ότι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στη Μόσχα.


     Το 1879 μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, απ' όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Ξυπνητήρι", "Θεατής", "Μόσχα", "Φως και σκιά", "Θραύσματα", κ.ά., με το ψευδώνυμο Αντόνια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων "Τα παραμύθια της Μελπομένης" και το 1885 τις "Φανταχτερές Ιστορίες".


     Παράλληλα με το επάγγελμα του γιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο "Κύκνειο άσμα". Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του "Ιβάνοφ", το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μην δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο "Δαίμονας του δάσους" (πρώτη μορφή του έργου "Θείος Βάνιας"). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφθεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του "Ο Γλάρος". Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του το 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία "Ο Θείος Βάνιας".
Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του "Ο Γλάρος" και "Θείος Βάνιας". Η συνεργασία του Τσέχωφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Σανισβάλσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται με την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα "Οι τρεις αδερφές", πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από την Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη αποδοχή ως μέλους της, του Γκόρκι.







Σαν σήμερα, το 1904 , λίγο πριν το θάνατο του, το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας παρουσιάζει το έργο του "Ο βυσσινόκηπος" σαν δράμα, από τον σκηνοθέτη Στανισλάφσκι, προκαλώντας την απογοήτευση του συγγραφέα, ο οποίος "ήθελε" να είναι κωμωδία.

Το στοιχείο της φάρσας και οι κωμικοί χαρακτήρες

Και όντως τα πρόσωπα του έργου είναι κωμικά, ή μάλλον θα ήταν αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο «τραγικά» μέσα από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις τους. Ας δούμε λίγο για τι χαρακτήρες μιλάμε. Ο Γκάγιεφ, ο αδελφός της ιδιοκτήτριας του υποστατικού, της Λιουμπόβ Αντρέγεβνα, αναλώνεται στο να φαντάζεται διαρκώς κινήσεις του μπιλιάρδου, να βγάζει λόγο για τη βιβλιοθήκη του και να προτείνει ανόητες κι ανεφάρμοστες λύσεις για την αποτροπή της πώλησης του χρεωμένου κτήματος, ενώ ταυτόχρονα φλυαρεί ακατάσχετα και ισχυρίζεται με περηφάνια πως έχει ξοδέψει μια περιουσία σε καραμέλες. Η αδελφή του, σκορπίζει δεξιά κι αριστερά και το τελευταίο της καπίκι, άλλοτε από μεγαλομανία κι άλλοτε από ανερμάτιστη φιλανθρωπία, σχίζει τα γράμματα του άπιστου εραστή της για να μαζέψει κατόπιν τα κομμάτια και να τα κρύψει στην τσάντα της, κάνει πάρτι τη μέρα που βγαίνει σε πλειστηριασμό το κτήμα της και συμπεριφέρεται σαν κοριτσάκι στην πρώτη εφηβεία του. Ο έμπορος Λοπάχιν που θα αγοράσει στο τέλος το κτήμα, στο οποίο οι πρόγονοί του και ο ίδιος ήταν κολίγοι, έχει μερικές καλές ιδέες και ξέρει να κερδίζει χρήματα αλλά είναι κομπλεξικός, αντιδραστικός, αγροίκος και δεν τα καταφέρνει όχι να φλερτάρει αλλά ούτε καν να ζητήσει σε γάμο την ψυχοκόρη της Λιούμπα, την εργατική και τίμια Βάρια, παρόλο που θα ήταν ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν. Η ίδια η Βάρια εμφανίζει ήδη τα συμπτώματα της γεροντοκόρης και συμπεριφέρεται σαν παραλογισμένη: τη μία στιγμή θέλει να ζήσει ελεύθερη, ταξιδεύοντας και κάνοντας επισκέψεις σε μοναστήρια, ενώ την άλλη εκνευρίζεται κι απογοητεύεται γιατί ο Λοπάχιν δεν έχει ζητήσει ακόμα το χέρι της. Ξεκαρδιστικοί είναι και οι δύο νεαροί υπηρέτες. Η Ντουνιάσσα μιμείται κακότεχνα τις κυρίες της και παριστάνει αδέξια την ευαίσθητη, καλομαθημένη  δεσποινίδα ενώ ο αλαζονικός και βαθιά συντηρητικός Γιάσσα έχει αποκτήσει τόσο αριστοκρατικές έξεις, που δεν μπορεί πια παρά να ζει στο Παρίσι, να τρώει χαβιάρι και να πίνει σαμπάνια. Η Άννια, η κόρη της Λιούμπα κάνει διαρκώς παρέα με τον Τροφίμωφ, έναν αιώνιο φοιτητή της συμφοράς και βγάζουν μαζί κηρύγματα για τον καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο που έχουν οραματιστεί, αλλά δεν μπορούν καν να αντιληφθούν πως είναι τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και πως συμπεριφέρονται σαν νήπια. Ο Επιχόντωφ, ο γραμματέας, σκοντάφτει σε κάθε βήμα του, παθαίνει το ένα ατύχημα μετά το άλλο, διαβάζει βιβλία που ούτε καν τα καταλαβαίνει για να δείχνει μορφωμένος, τριγυρνάει συνέχεια μέσα στις φούστες της Ντουνιάσσα, που δεν διστάζει να τον εξευτελίζει και κρατάει ένα όπλο για την περίπτωση που θα βρει το θάρρος να αυτοκτονήσει, κάτι το οποίο όμως μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Όσο για τον Πίστσικ, ένα γείτονα κτηματία, αυτός κι αν είναι γελοίος. Μπλέκεται στα πόδια των κατοίκων του σπιτιού, ενοχλεί όλο τον κόσμο, ζητάει φορτικά δανεικά και καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά του, μέχρι και χάπια. Για να συμπληρωθεί το παζλ των κωμικών χαρακτήρων, έχουμε και την Σαρλόττα, την κουβερνάντα η οποία μεγάλωσε σε τσίρκο και διασκεδάζει κάνοντας μαγικά κόλπα, σέρνει πίσω της ένα σκυλάκι που τρώει ακόμα και καρύδια και βυθίζεται στη μοιρολατρία της, αφού νιώθει διαρκώς μόνη, παρόλο που περιστοιχίζεται από ένα πλήθος κόσμου.  Όσο για τον υπερήλικα και θεόκουφο υπηρέτη Φιρς, δεν μπορεί ούτε στα πόδια του να σταθεί αλλά περιφέρεται συνέχεια στο αρχοντικό γεμάτος σπουδή, ανακατεύεται σε όλα, συμπεριφέρεται στους αφέντες του σαν να είναι ανήλικοι και κάθε τόσο βγάζει και ένα λογύδριο για τις παλιές καλές εποχές της νιότης του.

Η δραματική αίσθηση της απώλειας και του ανικανοποίητου

Αν όμως κανείς αλλάξει ελάχιστα την οπτική του γωνία, θα δει το δράμα μέσα στην κωμωδία και το τραγικό πίσω από τη φάρσα. Ο Γκάγιεφ είναι ένας δυστυχής που έχει μάθει να τον φροντίζουν οι άλλοι και δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε τον εαυτό του ούτε τους συγγενείς του. Μαζί με τη Λιούμπα περιφέρονται σαν υπνοβάτες, καταδικασμένοι να στερηθούν τον όμορφο και ασφαλή κόσμο τους, που όμως έχει γεράσει και παρακμάσει πια τόσο πολύ, ώστε είναι προορισμένος να χαθεί για πάντα. Οι αριστοκρατικές βυσσινιές τους που αναφέρονταν μέχρι και στο λεξικό, θα κοπούν και το σπίτι τους, στο οποίο πέρασαν την ευτυχισμένη νιότη τους, θα γκρεμιστεί. Η Λιούμπα, βλέπει τη ζωή της να χάνεται κι αρπάζεται από ανέλπιδους έρωτες που την πληγώνουν χωρίς να μπορούν να την παρηγορήσουν. Μέσα της αιμορραγεί ακόμα η πληγή που της προκάλεσε η απρόσμενη απώλεια του ανήλικου γιου της, ο οποίος πέθανε από πνιγμό στο ποτάμι. Και ξέρει κατά βάθος, παρά την επιπολαιότητά της, πως ό,τι αγάπησε ή αγαπάει, δεν μπορεί να το διεκδικήσει, είναι καταδικασμένο να καταλήξει σύντομα στο θολό βυθό του νωθρού ποταμού της ζωής της, αφήνοντάς την γυμνή, ανυπεράσπιστη και μόνη. ΗΒάρια, θα αποχωριστεί τις φροντίδες του αγαπημένου υποστατικού που γέμιζαν την άχαρη ζωή της και μάλλον δεν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει μια δική της οικογένεια. Όταν το κτήμα πουλιέται, φεύγει, πηγαίνει να υπηρετήσει ξένους, αφήνοντας πίσω της κάθε ελπίδα για μια ήσυχη και ασφαλή ζωή ανάμεσα σ’ αυτούς που αγαπάει. Ο Λοπάχιν έχει κερδίσει χρήματα αλλά πάντα θα νιώθει κατώτερος κι ασήμαντος, αφού δεν μπόρεσε ούτε να μορφωθεί, ούτε να εξευγενιστεί. Γνωρίζει πως δεν γίνεται αποδεκτός από εκείνους που εκτιμάει και πως για όσους θα ήθελε να τον εκτιμούν, παραμένει ένα ενοχλητικό αν και συμπαθές, απόβλητο. Η Ντουνιάσσα έχει κατά βάθος την επίγνωση πως η αριστοκρατικότητά της είναι πλαστή, πως θα μείνει σε όλη της τη ζωή υπηρέτρια και πως μάλλον θα καταλήξει σύζυγος ενός άχαρου γέρου. Ο Γιάσσαείναι τόσο αλαζονικός, ώστε μοιραία θα προσγειωθεί ανώμαλα όταν θα τον εγκαταλείψει η φρέσκια και νεανική του εμφάνιση. Άλλωστε δεν είναι, ούτε πρόκειται να καταφέρει να γίνει ο μπον βιβέρ που ονειρεύεται. Η Άννια, είναι βέβαια δραστήρια και αισιόδοξη αλλά υποφέρει από την έλλειψη μητρικής φροντίδας και νιώθει ανασφάλεια γιατί αυτή, παρά το νεαρόν της ηλικίας της, πρέπει να φανεί δυνατή, να προστατεύει την «ανήλικη» μητέρα της ή να συνεφέρνει τον ανώριμο θείο της. Ο Τροφίμωφ ξέρει πως οι υψηλές του ιδέες δεν θα τον σώσουν από τη μιζέρια και τη φτώχεια αφού δεν είναι σε θέση ούτε τις σπουδές του να ολοκληρώσει, ούτε τα πραγματικά του αισθήματα και τις ουσιαστικές του ανάγκες να συνειδητοποιήσει, ούτε το νέο κόσμο που οραματίζεται, να διεκδικήσει. Ο Επιχόντωφ γνωρίζει πως δεν έχει καμία αξιοπρέπεια, και πως δεν υπάρχει περίπτωση να νιώσει γι’ αυτόν συμπάθεια ή έλξη έστω και μία υπηρέτρια. Ταπεινωμένος κι αδέξιος, φλερτάρει ακόμα και με την αυτοκτονία. Ο Πίστσικ, στα πρόθυρα του εμφράγματος, δεν μπορεί ούτε για μια στιγμή να απελευθερωθεί από την αρρωστημένη, βουλημική εμμονή του με το χρήμα και από την καταναγκαστική αγωνία του μήπως απολέσει την πολύτιμη περιουσία του, είτε πορτοφόλι είναι αυτή, είτε χτήμα. Η Σαρλόττα, εγκαταλελειμμένη στην ουσία από την παιδική της ακόμα ηλικία, ζει απομονωμένη σ’ έναν κόσμο περίκλειστο, θλιβερό, χωρίς λάμψη και χωρίς καμιά ευτυχία, εκτεθειμένη σε κάθε αναποδιά της τύχης. Ο Φιρς εγκαταλείπεται από όλους στο παλιό αρχοντικό και πεθαίνει μόνος, μέσα σε βαθιά ανέχεια, ακούγοντας τις βυσσινιές να κόβονται για να σωριαστούν στο έδαφος, μαζί με τη λαμπρή εποχή της νιότης του, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. «Πέρασε η ζωή, πάει... σαν να μην την έζησα... Δεν έχεις πια δύναμη...Τίποτα δεν σ’ απόμεινε...» λέει στον εαυτό του στο σπαρακτικό φινάλε του έργου.






Μαρία Χαλκίδη









Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η κοιλιά της μεταφράστριας


Το δωμάτιο μύριζε σάπιο. Σαν αίμα που έχει μείνει καιρό σ' ανοιχτή πληγή, δεν λέει να κλείσει. Το βοη­θούσε και η υγρασία του χώρου, ήταν υπόγειο. Όχι πολλά, έξι-εφτά σκαλιά αλλά έφταναν. Κοίταξα γύρω για παράθυρο, το μάτι μου σκόνταψε σ' ένα ξύλινο χώρισμα με ύφασμα. Ερχόταν ελάχιστο φως. Το πα­ράθυρο θα 'ταν απ' την άλλη μεριά του χωρίσματος, σκέφτηκα. Έλειπε το οξυγόνο από κει μέσα. Περισσό­τερο ήταν η ψυχική μου αναστάτωση που δεν βοηθού­σε. Στριμώχτηκα στη μικρή ψάθινη πολυθρόνα με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι, άλλοτε θα 'ταν πορτοκαλί. Το καφέ του δεν έδειχνε να 'ναι χρώμα. Ρίγησα με τη σκέψη που τινάχτηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Αίμα; Πάει πολύ. Τίποτα ωστόσο δεν είναι πιο υπερβολικό από την πραγματικότητα.
  Το 'ξερα από παλιά. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματος μου ήταν τα έντερα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά και είχα αγωνία με συντρόφευαν. Άκουγα το γουργουρητό τους και ανησυχούσα πιο πολύ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα ν' αδειάσω το περιεχόμενο τους αλλά δεν γινόταν τίποτα. Ήξερα και από άλλες φορές. Ύστερα ήρθε ο πόνος. Σουβλιά. Ένιωσα τον ιδρώτα να ποτίζει το μέτωπο. Γλίστρησε στη μύτη μου. Έσφιξα τα χέρια. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Τράβηξα την μπλε ποδιά μου και σκούπισα τα χέρια μου πάνω της. Υγροί λεκέδες. Τον άκουσα να μιλά ψιθυριστά στο άλλο δωμάτιο. Πίσω από το πρόχειρο χώρισμα. Σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Σε λίγο θα 'ταν πολύ αργά. Η σειρά μου πλησίαζε. Άκουσα τα δόντια μου να χτυπάνε. Η πόρτα στο χώρισμα άνοιξε και έκανε όλη την κατασκευή να κλυδωνιστεί επικίνδυ­να. Πήρα βαθιά ανάσα, μου ξέφυγε σαν στεναγμός. Ο χώρος πλημμύρισε έντονη μυρωδιά αντισηπτικού και φάρμακου. Λίγο ακόμη και θ' αναποδογύριζα το στο­μάχι μου προς τα έξω. Η Φ. το κατάλαβε. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει δυνατά το δικό μου. Την κοίταξα. Το βλέμμα μου κρεμάστηκε πάνω της. Έπλεα μέσα σ' αυτό. Ήταν ήρεμη. Τα μάτια μελιά. Σχεδόν μου χαμο­γελούσε. Ήξερε απ' αυτά. Είχε υποταχθεί. Δέκα λε­πτά, το πολύ ένα τέταρτο και έξω απ' την πόρτα. Ό­μως για μένα ήταν η πρώτη φορά. Κράτησα με το άλλο χέρι την κοιλιά μου, την ένιωθα να σκίζεται από την αγωνία. Μου αποκρίθηκε σφιχτή, τσιτωμένη, γονιμο­ποιημένη.
    Ο γιατρός με πλησίασε αργά τρίβοντας τα χέρια του. Μύριζε ολόκληρος πράσινο οινόπνευμα. Δεν ή­θελα να δει την ταραχή μου. Μπορεί να φοβόταν και να μ' έδιωχνε. Έδειξε ένα χαρτί να υπογράψω. Το κουνούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα. Τι διάολο σήμαινε αυτό; Η Φ. προθυμοποιήθηκε να το ελέγξει. Πήγανε οι δυο τους παραπέρα. Εγώ κρατιό­μουν όρθια από ένα ξεφλουδισμένο κάγκελο κατά μή­κος του τοίχου. Άκουσα το γιατρό να θυμώνει και μ' έσφιξε πάλι η αγωνία. Η Φ. ψαχούλευε στην τσάντα της. Ύστερα θυμήθηκε. Της είχα δώσει τα λεφτά σε φακελάκι και τα 'χε βάλει στην τσέπη της. Χαμογέλα­σε. Ήξερα ότι αν μπορούσε θα τον είχε κιόλας δαγκώ­σει.
Ο γιατρός τα τσέπωσε και τη χτύπησε στην πλάτη φιλικά, να μην ανησυχεί για τη φίλη της. Ύστερα γύ­ρισε προς εμένα. Το βλέμμα του με κοκάλωσε όρθια στον τοίχο. Το κεφάλι μου σουρνότανε στην γκριζό-λευκη λαδομπογιά. Μ' έσπρωχνε. Τα δόντια του κίτρι­να και μαυρισμένα στις άκρες. Αραιά. Καλύτερα να μη χαμογελούσε.
Ακούγαμε και οι δυο τους θορύβους της κοιλιάς μου. Σχεδόν ντράπηκα. Η μυρωδιά του φαρμάκου γι­νόταν όλο και πιο έντονη. Με ζάλιζε. Ο γιατρός μ' έσπρωξε στο άνοιγμα του χωρίσματος. Το βλέμμα μου στην άσπρη σχεδόν γκρίζα ποδιά του. Στο μανίκι στα­γόνες αίμα. Δεν είχα ωστόσο περιθώριο εκλογής. Χτυ­πούσε κιόλας το κουδούνι. Ερχόταν η επόμενη. Μια γριά με μαύρο τσεμπέρι και γκρίζα ρόμπα ξεπήδησε πίσω από κάτι κρεβάτια. Κρατούσε σφουγγαρόπανο, έσταζε ακόμη. Πέρασε από μπροστά μου σαν αστραπή και βγήκε ν' ανοίξει. Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Εκεί, στη γωνία δεξιά, κάτω απ' το παράθυρο που έβλεπε το τζαμωτό του σε αυλή, ήταν τρία κρεβάτια. Στα δύο ξαπλωμένες - κίτρινες μέχρι λευκές - αναίσθητες κο­πέλες. Η μια βογκούσε. Ελαφριά. Σαν να 'βλεπε ε­φιάλτη. Το βλέμμα μου έψαξε το βλέμμα του γιατρού. «Ξυπνάει» ψιθύρισε μ' επαγγελματική σιγουριά. Του­λάχιστον δεν πεθαίνει σκέφτηκα. Ύστερα είδα το ά­δειο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ήθελε πολύ να καταλά­βω. Περίμενε εμένα. «Μη χασομεράμε παιδί μου.» Εί­χε δίκιο. Δεν είχε νόημα να το τραβάμε. Έμοιαζαν όλα τόσο απλά άλλωστε. Και ήταν. Λίγο πριν έρθω.
Ο γιατρός μ' έσπρωξε προς το χειρουργικό κρεβάτι. «Την κιλότα σου» είπε. Κι άρχισε να σκουπίζει με οινό­πνευμα μια σύριγγα. Το κεφάλι μου χτυπούσε. Ένιωθα μεθυσμένη. Άφησα την κιλότα μου στο μικρό σκαμνί μαζί με τις άλλες. Ο γιατρός μου 'κανε νόημα ν' ανέβω στο τραπέζι του χειρουργείου. Τα βήματα μου δεν ήταν και τόσο σταθερά. Κλυδωνιζόμουν αλλά προσπαθού­σα. Σκόνταψα ωστόσο πριν ανέβω σε κάτι σκληρό δί­πλα στο χειρουργικό τραπέζι. «Πρόσεχε παιδί μου.» Είχε έναν τρόπο ήρεμο. Ήξερε αυτός. Κοίταξα κάτω. Ακόμη το αντικείμενο τραμπαλιζόταν. Ήταν κόκκινο, σχεδόν καφετί. Υγρό με κομμάτια πηχτά που τρεμόπαι­ζαν εντός του. Σ' έναν τσίγκινο κουβά με σκουριασμέ­νες άκρες. Δίπλα στα πόδια του τραπεζιού. Και μύριζε σάπιο.
Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω. Είχε μαζευτεί πολύ σφίξιμο τις τελευταίες μέρες μετά την απόφαση. Δεν μπορούσα φυσικά να το κρατήσω. Ήταν όλα πολύ διάχυτα. Το 'χαμε συμφωνήσει από κοινού. Ήταν εντελώς ξαφνικό. Πολύ πρόωρο. Δεν υπήρχε η δυνατότητα. Εκείνος με είχε κοιτάξει απεγνωσμένα. Η μάνα μου είχε κρύψει με τη σειρά της το πρόσωπο της στις παλάμες. Θα 'κανα παιδί στην ώρα μου, να μη βιαζόμουν. Μικρό κορίτσι, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είχα σχέσεις. Πού τα 'μαθα αυτά; Χάλασε ο κόσμος. Εκείνη έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, που να μην έσωνε, κι έκανε εμένα για να τη βασανίσω. Έχει αγωνίες ένα παιδί. Εκείνη ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι με τη μάνα της. Τι να 'λεγε άλλωστε; Τόσα παιδιά. Εκείνη το τελευταίο. Μια ζωή τελευταία. Έτσι την πέρασε. Έλπιζε πως με το δικό της παιδί θα 'ταν αλλιώς. Δεν είχε άλλωστε και κανένα άλλο. Όλη της η ζωή εγώ. Και η ανταπόδοση; Σκατά. Μια ωραία μέρα της λέω: γκαστρώθηκα.
Είχα πιστέψει πως έπρεπε να της το πω. Φυσικά αμέσως μετά το είχα μετανιώσει. Δεν υπήρχε κανείς ωστόσο που να μπορούσε να μου βρει ένα γιατρό. «Δεν γίνεται να σε στείλω στον δικό μου» είχε πει. Χωρίς να μου εξηγήσει καταλάβαινα. Η ξαδέλφη μου της σύστησε κάποιον. Έκανε χρόνια αυτές τις δου­λειές. Σε κάτι στενά του Πειραιά. Στην Κοκκινιά. Σί­γουρος. Λίγα λεφτά. Σημασία έχει να κάνει καλά τη δουλειά του, είχε πει η μάνα μου. Εγώ επέζησα της είχε απαντήσει η ξαδέλφη μου, δέκα χρόνια πιο μεγά­λη από μένα. Ο δικός μου κι εγώ μοιραστήκαμε τα λεφτά. Τα γαμήσια και ο έρωτας - κομματιασμένα έμ­βρυα μπροστά μου. Δεν ήξερα αν αυτό που ανακάτευε το στομάχι μου ήταν μια σιχασιά ή αγωνία ή μια απε­ριόριστη θλίψη. Ίσως όμως να 'ταν και το ξάφνιασμα απ' την αποκάλυψη της πορείας μου. Η πεπατημένη. Πάντα είχα την ψευδαίσθηση πως ζούσα συγκλονιστι­κές ιδιαίτερες καταστάσεις. Εγώ, άτομο ξεχωριστό απ' άλλα. Προσωπική μοίρα. Δυνατότητα επιλογής. Σκα­τά. Ήμουν κιόλας στο κανάλι. Με το κεφάλι χωμένο βαθιά στα περιττώματα. Ανέπνεα ήδη την αποσύνθε­ση.
Ο γιατρός είπε στη γριά ν' αδειάσει τον κουβά. Είχε ξεχειλίσει απ' το πρωί. Τον σήκωσαν κι έσταζε. Μαύ­ρο αίμα στο δάπεδο. Δεν ήθελα να δω άλλο. Έκλεισα τα μάτια. Το λάστιχο έσφιξε δυνατά το αριστερό μου μπράτσο. Το δάχτυλο του γιατρού πίεσε τη φλέβα. Ένιωσα το τσίμπημα της βελόνας. Το ξένο σώμα εισχώρησε μέσα μου. Η φωνή του γιατρού αντήχησε κιόλας μακρινή στ' αυτιά μου. «Πώς σε λένε;» Ίσα ίσα πρό­λαβα να ψιθυρίσω Μαρία. Το μούδιασμα άρχισε από τα πόδια κι ανέβαινε πάνω. Έμοιαζα να 'μαι μονάχα η μισή. Η κοιλιά μου πέταξε στην ανυπαρξία. Το μυα­λό ακόμη εντούτοις σε λειτουργία. Είχε μια γλύκα αυ­τή η φυγή. Κατάλαβα το χέρι του γιατρού, ξεκούμπω­νε την ποδιά μου μέχρι πάνω. Έπρεπε να την είχα βγάλει. Αν τη γέμιζε αίματα πως θα πήγαινα αύριο σχολείο. Δεν είχα τη δύναμη να το πω. Η νάρκωση ανέβαινε. «Πώς σε λένε;» Το χέρι του ζουλούσε τα στήθια μου. Ακόμη ένιωθα κάτι απ' ό,τι γινόταν. Έ­τριβε τις ρώγες με μανία. Η νάρκωση ανέβαινε. Οι ήχοι ακούγονταν θολοί, μακρινοί, σαν απ' το βάθος ενός άπατου πηγαδιού. Μπερδευόμουν προσπαθώντας να καταλάβω. Κι έφευγα. Ίσως έτσι να 'ταν ο θάνατος. Μια μικρή κραυγή. Να 'ταν του γιατρού; Μια ανάσα βαριά στ' αυτί μου. Επιτέλους ο εγκέφα­λος μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.


    Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε έτσι όρθια και τεντωμένα. Πόσες ώρες καθόμουν μπροστά στο παράθυρο να κοιτάζω τη λασπουριά των δρόμων; Η μνήμη ποτέ δεν λησμονεί. Έπιασα την κοιλιά μου γυρεύοντας απάντηση. Μ' αποκρίθηκε ζωντανή, τσιτωμένη, τεράστια. Κινήθηκα αργά προς το μικρό γραφείο του καθιστικού. Εκεί κλειδωμένο ένα κομμάτι του εαυτού μου. Έψαξα με χέρια που έτρεμαν. Και νάτος. Ο κίτρινος φάκελος. Με τις εξετάσεις. Είχαν ημερομη­νία πριν τρία χρόνια. Τέτοια εποχή. Φλεβάρης ήταν και τότε θυμάμαι. Το 'λεγαν καθαρά. Δεν μπορούσα να συλλάβω πια. Το λευκό υγρό δεν είχε περάσει τις σάλπιγγες. Με πονούσε άδικα. Έμενε πίσω. Τα όργα­να είχαν σφαλίσει για τα καλά. Ατέλειωτες συμφύσεις από μολύνσεις. Ο γυναικολόγος με είχε κοιτάξει ερω­τηματικά. Παραδέχτηκα όλες τις μαλακίες που είχαν συμβεί εκεί κάτω μου. Μίλησα για τρεις εκτρώσεις, ήταν πέντε. Στον ίδιο γιατρό. Ήμουν δεκάξι την πρώ­τη φορά. Ένα κομμάτι κρέας που 'σταζε στο χειρουρ­γείο την ψυχή του. Φοβόμουν πως θ' αδειάσω. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο γιατρός πέθανε. Την τελευ­ταία φορά κόντεψα να πεθάνω κι εγώ. Τόσα αντιβιο­τικά δεν θυμάμαι να είχα πάρει ούτε με την αμυγδαλίτιδα και τις άλλες αρρώστιες μου μαζί. Ήταν η χαρι­στική. Έτρεμε το χέρι του πολύ όταν βύθιζε την ένε­ση. Σχεδόν δεν είχε ζητήσει καν τα λεφτά προκαταβο­λικά. Του τα 'χα δώσει από συνήθεια, τα πήρε αφηρη­μένος. Καταλάβαινα πως δεν ένιωθε καλά, τον είχα πιέσει. Η γριά είχε πάει στο χωριό της. Το χειρουρ­γείο άδειο. Δεν δούλευε πια. Μόνο κάτι παλιές γνω­στές. Για χάρη πιο πολύ. Έκτακτες περιπτώσεις. Ο γιος του σπούδαζε γιατρός στο Λονδίνο. Αν προλά­βαινε θα του άνοιγε ο ίδιος το ιατρείο κάπου στο Κο­λωνάκι. Ούτε συζήτηση για την Κοκκινιά. Φυσικά γυ­ναικολόγος. Έπαψα να τον ακούω. Η νάρκωση κου­κούλωσε ξανά τις αισθήσεις. Φεύγοντας ταλαιπωρή­θηκα πολύ να βρω ταξί. Βγαίνοντας, στο γκρίζο κάθι­σμα είδα μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Έκλεισα την πόρτα γρήγορα μη δει ο ταξιτζής. Η αιμορραγία δεν σταμάτησε παρά δεκαπέντε μέρες μετά. Στο μεταξύ ο χασάπης μου είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να μου συ­στήσει αντιβιοτικά. Τα πήρα μόνη μου από το φαρμα­κείο.
Ο γυναικολόγος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε κάποιες ακόμη παρατηρήσεις στα χαρτιά. Ίσως κάτι μπορούσε να γίνει με εγχείρηση στο εξωτερικό, αλλά και αυτό με πιθανότητες επιτυχίας κάτω από 40%. Η περίπτωση μου ήταν πολύ άσχημη. Τα γεννητικά μου όργανα είχαν γίνει αδιαπέραστα. Σαν να τα 'χανε χτίσει με μπετόν. Τελεία και παύλα.
Άναψα το φως, είχε σκοτεινιάσει πια. Η βροχή εξακολουθούσε να σημαδεύει το λασπωμένο δρόμο. Επτά και μισή. Το ρολόι είχε ξανά σταματήσει. Φθαρμένη μηχανή, δούλευε πότε πότε σαν από θαύμα. Το είχα κι εγώ ταλαιπωρήσει πολύ με μικροεπισκευές, τις αναλάμβανα προσωπικά. Είχα πάθος με τα ρολόγια. Πολλά παλιά ρολόγια ένα γύρω. Δεν δούλευαν. Χρό­νος σταματημένος. Τ' αγαπούσα πιο πολύ. Όταν έκα­ναν ακόμη ένα γύρο. Κι ύστερα πέθαιναν. Κι εγώ πάλι τ' ανάσταινα. Για δυο τρεις μέρες, ή για πέντε ακόμη λεπτά.
Πονούσα πάλι - κάθισα στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τύλιξα προσεκτικά τις εξετάσεις, τις έκρυψα στο φάκελο, το συρτάρι κατάπιε ξανά την πληγωμένη φύση μου. Αργότερα είχα αποφασίσει να υιοθετήσω παιδί. Η δικαιολογία της ύπαρξης με ροκάνιζε. Κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη ζωή μου. Σχεδόν είχα αρ­χίσει να νιώθω διαλυμένη σαν σκόνη. Αναστήθηκα με την ιδέα. Το να αποκτήσεις ένα παιδί είναι αυτοσκο­πός. Δεν ρισκάρεις. Δεν ψάχνεις. Δεν αναλώνεσαι. Τ' αφήνεις κι έρχεται. Κυλάς μαζί του. Κέρδισες. Δεν σου ζητάει κανείς τίποτ' άλλο. Είναι ο υπέρτατος σκο­πός. Κλείνεις τα μάτια ευτυχισμένη. Έκανα το καθή­κον μου. Ωστόσο κάποιο λάθος θα έχει γίνει και το θηρίο εξακολουθεί να δαγκώνει παρ' όλ' αυτά.
Σε λίγο ο μικρός Παναγιώτης θα τρέχει πάνω στο παλιό χαλί αυτής της κάμαρας. Κλείνω τα μάτια. Χα­μογελώ . Το ρολόι δουλεύει ξανά. Γίνονται θαύματα. Κρατώ την κοιλιά μου. Ποιος θα το πίστευε; Εγώ η Μαρία που κάνω θαύματα με τα ρολόγια έκανα ένα και στον εαυτό μου. Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν πως εκεί κάτω στη μεγά­λη μου κοιλιά αναπτυσσόταν ο μικρός Παναγιώτης. Το τρίχρονο μυωπικό παιδί που το βρεφοκομείο απο­φάσισε να ξεφορτωθεί. Δεν τολμούσα βέβαια ακόμη να μιλήσω σε κανένα για όλα αυτά. Ιδιαίτερα στον Λύσιο. Θα 'ταν ικανός να με βγάλει τρελή και θα του το χρωστούσα και χάρη. Έτσι έκανε πάντα όταν δια­φωνούσε σε κάτι. Η κοιλιά μου όμως ήταν προσωπικό μου θέμα και απαιτούσε ιδιωτικό χειρισμό. Ακόμα, ευτυχώς, μπορούσα να τα κρατώ μυστικά όλα αυτά. Μ' ευχαριστούσε τόσο πολύ που είχα επιτέλους ιδιω­τική ζωή. Έπαιρνα στα μάτια μου άλλη αξία. Χώρια που η ιδιωτική μου αυτή ζωή θα έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Δεν θα 'μουν πια η οποιαδήποτε Μαρία. Αλλά η μητέρα του Παναγιώτη. Όπως η δική μου. Δεν ήταν απλά η Ελένη. Ήταν η μητέρα της Μαρίας. Διαπερνούσε το χρόνο μ' αυτό. Γινόταν αθάνατη. Άφηνε πίσω της έργο. Άξιζε που είχε υπάρξει στη ζωή.

Η ζαλάδα ήταν έντονη αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβα να κρατηθώ. Ένιωσα να πέφτω. Νομίζω άκουσα μια μικρή κραυγή. Ήταν δική μου.

    Τον είδα να 'ρχεται κατά πάνω μου. Λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Ανέπνεα βρεγμένο χώμα. Ένιωσα έναν πόνο βαρύ στην κοιλιά μου. Την βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον καναπέ και το τραπεζάκι μπροστά του. Τραβήχτηκα. Ο Λύσιος με βοήθησε να σηκωθώ. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Με κοί­ταξε σχεδόν τρομαγμένος. Στα ρούχα του στέγνωνε η βροχή. Μ' έπαιρνε στο τηλέφωνο όλη μέρα. Δεν ήμουν ούτε στο γραφείο. Ανησυχούσε. Τον κοίταξα έκπλη­κτη. Είχα από καιρό την εντύπωση πως για 'κείνον δεν σήμαινα πολλά. «Κάνεις λάθος», με φίλησε. Η κοιλιά μου εμπόδιζε την απόλυτη επαφή.
    Φορούσα ακόμη το παλτό. Ο Λύσιος πέρασε το χέρι του από μέσα ψάχνοντας την κοιλιά μου. Την άγγιξε. Έμεινα ακίνητη. Περισσότερο το μάντευα παρά το αισθανόμουν. Την πασπάτευε. Άνοιξε το παλτό μου. Το χέρι του τριγύριζε ακολουθώντας το σχήμα της. Την έπιασε και με τα δύο. Δεν ήταν εύκολο να τη ζουλήξει. Μου ξέφυγε φωνή. Είχα πονέσει. Την ψαχούλε­ψε καλά και ύστερα σταμάτησε. Έμεινε για λίγο σκε­πτικός και ύστερα με κοίταξε. Δεν προσπάθησα να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. Καλύτερα να γευτεί όλο το μεγαλείο του θαύματος σκέφτηκα, αφού έτσι κι αλ­λιώς το ανακάλυψε. Περίμενα. Και η ερώτηση ήρθε. Όχι δεν είναι φούσκωμα. Ναι είμαι γκαστρωμένη. Φυσικά και το ξέρω αφού έχω κοντά τρεις μήνες καθυ­στέρηση. Το τσεκάρισα σήμερα.
Ο Λύσιος αποτραβήχτηκε, άναψε τσιγάρο. Τον έ­νιωθα να γίνεται μακρινός. Ποτέ δεν ήταν στ' αλήθεια κοντά. Καθένας βουτηγμένος στον εαυτό του. Προχω­ράμε παράλληλα. Δίπλα. Πάντα ωστόσο μια απόστα­ση. Τόση που να μην καίγεσαι στην ίδια τη φωτιά. Να μη σε ταράζει η ίδια τρεμούλα. Ό,τι ζητάει ο ένας απ' τον άλλον το προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι η ψευδαίσθηση της σχέσης. Ο Λύσιος δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ' από μένα. Ο καθένας ήξερε το ρόλο που έπρεπε να παίζει για τον άλλο. Το δεχόταν αδιαμαρ­τύρητα. Μας είχαν πει πως αυτά είναι δοσμένα απ' τη φύση. Πάει και τέλειωσε. Νομίζαμε πως αγαπιόμα­σταν. Δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμη την μπλόφα. Η παγίδα μάς είχε γραπώσει και τους δυο. Ο ένας νόμιζε πως ο φταίχτης ήταν ο άλλος. Ο ένας γαμούσε για να τιμωρήσει. Ο άλλος γαμιόταν για να εξιλεωθεί. Ο Λύ­σιος όμως σήμερα μυρίζεται έναν κίνδυνο μεγαλύτερο από ποτέ. Με κοιτάζει σαν να τον έχω κιόλας κοροϊδέ­ψει. Νιώθω μια απειλή να πλησιάζει. Δεν μιλά. Βγά­ζει το παλιό του μοντγκόμερι και τινάζει τις ελάχιστες σταγόνες βροχής που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Κά­νει κρύο εδώ μέσα χωρίς καλοριφέρ. Ακόμη δεν έφε­ραν πετρέλαιο. Μίλησε στη διαχειρίστρια, την είδε στο ασανσέρ. Αύριο της υποσχέθηκε το βενζινάδικο πως θα μας στείλει. Ξέρω η Τοτάλ εδώ δίπλα. Ναι. Πάντως το κρύο κάνει καλό. Σκοτώνει τα μικρόβια. Άσχετες συζητήσεις για ν' αποφύγουμε την ουσία. Πάντα μιλάγαμε πολύ. Και για όλα. Έλεγε ο καθένας τα δικά του. Από το ένα θέμα στο άλλο. Δεν είχε ση­μασία αν μιλούσαμε και οι δύο για το ίδιο. Αν συμφω­νούσαμε ή διαφωνούσαμε. Αν άκουγε καν ο ένας τον άλλον. Απλά θέλαμε να νιώθουμε μια ακόμη παρου­σία πέρα απ' τη δική του ο καθένας σ' αυτό το δωμά­τιο. Νιώθαμε τότε πως είχαμε μια δικαιολογία της ύπαρξης μας. Ακόμη και η απειλή σου έδινε τη διαβεβαίωση πως υπάρχεις. Πίστευα πως έτσι ήταν και για τους δυο μας. Αργότερα κατάλαβα πως ο Λύσιος στήριζε πολύ περισσότερο την ισορροπία του σε μένα απ' ότι εγώ σ' αυτόν. Άλλωστε ίσως να μην είχα στηριχθεί στ' αλήθεια ποτέ εγώ πάνω του. Να ήταν έμμεσα το στήριγμα μου, μέχρι που αποφάσισα να πάω στο ίδρυ­μα. Και τώρα με το θαύμα της κοιλιάς μου νιώθαμε και οι δυο πως κάτι θ' άλλαζε την ήδη υπάρχουσα ισορροπία ανάμεσα μας.
    Τον ένιωθα ταραγμένο. Όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ. Ζήτησε ένα ποτό. Το κονιάκ βόλευε πιο καλά με τέτοιο κρύο. Η μικρή ηλεκτρική σόμπα περισσότερο φώτιζε παρά ζέσταινε το χώρο. Ήπια και γω μαζί του. Τον ρώτησα για φαγητό. Δεν είχε φάει αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Το ίδιο κι εγώ. Αργότερα σκέφτηκα το μωρό στην κοιλιά μου. Δεν θα 'πρεπε να μένω νη­στική. Το έμβρυο θα 'τρωγε τότε απ' τις σάρκες μου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που γκαστρωμένες γυ­ναίκες έχαναν τα δόντια τους ή τα μαλλιά τους. Σκέ­φτηκα να βράσω δύο αυγά και τα φάγαμε με λίγες φρυγανιές και τυρί. Προγραμμάτισα μάλιστα το βρά­δυ πριν πέσω να πιω κι ένα ποτήρι γάλα. Δεν θα 'κανα άσχημα αν το εφάρμοζα κάθε μέρα αυτό. Το γάλα έχει ασβέστιο και χρειάζεται για τα κόκαλα του παι­διού, είχα ακούσει σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή.

    Άναβε το τρίτο τσιγάρο μετά το αυγό. Βάλαμε κι άλλο κονιάκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από συναι­σθήματα. Με ρώτησε τι είχα σκοπό να κάνω. Κούνησα τους ώμους. Το 'βλεπα απλά σαν ένα καθημερινό γε­γονός και τίποτ' άλλο, είπα ψέματα. Δεν θ' άλλαζε σε τίποτα τη ζωή μας. Ήπιε μια γουλιά κονιάκ χωρίς να μιλήσει. Δεν πίστευε κουβέντα. Ξέραμε ο ένας τον άλ­λο πια, από συνήθεια. Έσβησε το τσιγάρο του με μι­κρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό το έκανε ό­ταν ήταν αναστατωμένος πολύ. Κανείς μας δεν διέκο­πτε τη σιωπή. Είχε σφηνώσει ανάμεσα μας. Κάτι σαν πάλη, ποιος θα φανεί πιο ψύχραιμος στον πανικό του άλλου.
Ο Λύσιος σηκώθηκε. Ήταν πια εννέα. Ήθελε να προλάβει τα νέα στην ΕΡΤ. Μια ωραία δικαιολογία να κοπάσει η ένταση ανάμεσα μας. Περισσότερο τον ενδιέφερε ο καιρός, είπε. Αύριο είχε πολλές διαδρομές να καλύψει με το αυτοκίνητο. Το καθίκι ο Παπαδάκης θα διάλεγε πάλι αυτόν να βγάλει το φίδι απ' την τρύ­πα με τέτοιο καιρό. Γεννήθηκε το θέμα της σόμπας αυτομάτως. Ποιος θα την κρατούσε απ' τους δύο. Με­ταφέρθηκα λοιπόν και γω στον καναπέ μαζί του και δίπλα μας μπήκε η σόμπα. Έκλεισα το φως στην κου­ζίνα μην καίει άδικα και πήρα μαζί το κονιάκ. Αύριο θα ξέπλενα τις αυγοθήκες και τα κουταλάκια. Με τέ­τοιο καιρό που να βάλω τα χέρια μου στα νερά. Το θερμοσίφωνο της κουζίνας δεν τ' ανάβαμε σχεδόν πο­τέ για οικονομία.
Κάθισα δίπλα του. Ο Τέρενς Κουΐκ είχε αρχίσει κιόλας τα δικά του. Το θέμα της ημέρας οι βροχές σ' όλη τη χώρα. Έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό γε­γονός που μας συνέβαινε την τελευταία βδομάδα κα­θώς άδειαζαν και τα αποθέματα των τροφίμων μας στις λαϊκές και στα σούπερ μάρκετς. Λίγο ακόμη και η χώρα θα 'μοιαζε σαν να 'βγαινε από πόλεμο. Ο καιρός δεν μας είπε κάτι καλύτερο. Ο παρουσιαστής ανάγγει­λε άλλον μετεωρολόγο και μεις είδαμε άλλον στο γυα­λί . Καλύτερα γιατί αυτόν τον καραφλό τον συμπαθώ περισσότερο. Μοιάζει να χαμογελά ακόμη κι όταν μι­λάει για κατακλυσμούς. Η κακοκαιρία συνεχίζεται λοιπόν και αύριο για όγδοη μέρα. Ανταλλάξαμε βλέμ­ματα. Ίσως μπορούσα ν' αποφύγω σκέφτηκα και πάλι το γραφείο. Θα 'κανα κάποιες μεταφράσεις στο σπίτι. Θα 'φτιαχνα και ρεβύθια σούπα, ταίριαζαν στον και­ρό . Σχεδόν χάρηκα. Περισσότερο μου άρεσε η σκέψη πως θα μέναμε οι δυο μας, εγώ και η κοιλιά μου, μόνοι μας. Είχαμε πολλά να σκεφτούμε. Το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Το είδα όμως ότι το κατάλαβε. Έπαιξε τα μάτια και κοίταξε αλλού. Κλείσαμε την τηλεόραση. Είχε ένα ελληνικό αστυνομικό. Σαχλαμάρα. Δεν πετύ­χαινε η συνταγή ποτέ όταν προσπαθούσαν να μιμη­θούν τα ξένα. Ουαί. Μου 'ρχόταν πάλι εμετός και δεν έφταιγε η εκπομπή τώρα γι' αυτό. Αναλογιζόμουν το κρεβάτι. Η σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Μ' αυτή τη κοιλιά φοβόμουν το γαμήσι. Τριών μηνών βέβαια κα­νένας δεν σου λέει να μην το κάνεις. Δεν μοιάζει διό­λου επικίνδυνο, αλλά η δική μου η κοιλιά τόσο απότο­μα που είχε μεγαλώσει έδειχνε σαν επτά. Και την ένιωθα να τσιτώνει κι άλλο.

    Ο Λύσιος με κοίταξε περίεργα ενώ γδυνόμουν τουρτουρίζοντας μπροστά στο σομπάκι - το μεταφέραμε στην κρεβατοκάμαρα. Πρόσεξε και 'κείνος ό,τι είχα επισημάνει κι εγώ. «Σίγουρα λες μόνο τριών μηνών;» Τον διαβεβαίωσα, γιατί στ' αλήθεια θυμόμουν ότι πριν είχα περίοδο. Ήταν άλλωστε και σημειωμένο στο ημερολόγιο μου. Με κοίταξε στα μάτια σχεδόν απελ­πισμένος. Ήθελε πολύ να το πιστέψει. Είπε: «Υπάρ­χουν  ξέρω περιπτώσεις που είναι γκαστρωμένες και έχουν περίοδο.» Αυτό ήταν. Πώς δεν το είχα κι εγώ σκεφτεί τόσες ώρες. Με τόση μεγάλη κοιλιά δεν ήταν δυνατόν να ήμουν μόνο τριών μηνών. Τι μαλακίες κά­θομαι και λογαριάζω. Θα 'μουν επτά σίγουρα, μπορεί και οκτώ. Σκέφτηκα την υπόθεση μου που θα πέρναγε την άλλη βδομάδα από το συμβούλιο του ιδρύματος και ρίγησα. Σήμερα ήταν Πέμπτη. Μπορεί να 'μουν κιόλας στον ένατο. Γι' αυτό και οι πόνοι. Μπορεί σε τέσσερις πέντε μέρες να γεννούσα.
Έκλεισα τα μάτια. Μια ταραχή ξεκινούσε πάλι από τα σωθικά μου και απλωνόταν σ' όλο το σώμα. Ένιω­σα τα πόδια και τα χέρια μου να τρέμουν. Το μυαλό μου σφίχτηκε. Ήταν μέσα μου όλα τόσο μπερδεμένα. Κρατήθηκα από την καρέκλα μην πέσω. Παλιότερα για τις ζαλάδες ο παθολόγος μου είχε συστήσει ηρεμι­στικά, τα 'παιρνα κατά καιρούς, παρ' όλο που δεν κα­ταλάβαινα πως μπορούσαν να θεραπεύουν τις ζαλά­δες. Τώρα δεν τα 'θελα. Φοβόμουν μήπως πειράξουν το παιδί. Το 'χα διαβάσει στις οδηγίες, αν θυμάμαι καλά.
    «Κρυώνεις.» Άκουσα τη φωνή του. Γιατί όχι; Μπο­ρεί να ήταν από το κρύο που έτρεμα. Φόρεσα το φανε­λάκι μου και χώθηκα κάτω απ' το πάπλωμα. Ήταν ζεστά. Το σώμα του Λύσιου είχε θερμάνει το κρεβάτι. Δεν έσβηνε το φως. Κοιτούσε μονάχα έξω απ' την τζαμόπορτα του μπαλκονιού. Είχε σταματήσει να ρί­χνει αλλά περιμέναμε να ξαναρχίσει όπου να 'ναι. Μακριά φώτιζαν τις στέγες αστραπές.
Το σκεφτόταν πολλή ώρα και τέλος το ρώτησε. Για τον μικρό Παναγιώτη. Το 'ξερα πως τον απασχολού­σε. Αν ήμουν γκαστρωμένη θα 'πρεπε να σταματήσω τη διαδικασία με τον Παναγιώτη. Τον κοίταξα στα μάτια. Με ψάρευε. Κρεμόταν απ' αυτή την απάντηση. Αναρωτήθηκα γιατί. Δεν το ρώτησα. Είχε στηρίξει πολλά στη σχέση μας έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Δεν ήξερα τι ν' απαντήσω. Είπα μόνο, ναι, θα το σκεφτώ. Δεν ξέρω αν ησύχασε. Εγώ όμως άρχισα να καταλα­βαίνω πόσο είχε μπερδευτεί η κατάσταση. Ο Λύσιος είπε πως έτσι έπρεπε να κάνω. Να πω στο ίδρυμα ότι είμαι έγκυος. Όλοι θα προτιμούσαν το δικό τους παι­δί από ένα ξένο. Ωστόσο ο καθένας θα το καταλάβαι­νε. Το θέμα δεν ήταν εκεί. Να διαλέξω δηλαδή το δικό μου - δικό μας παιδί.
Τον κοιτούσα ακόμη προβληματισμένη. Ο Λύσιος απέφυγε το βλέμμα μου. Σφάλισε τα μάτια του γρήγο­ρα σαν να 'θελε να διώξει κάποιον εφιάλτη από μέσα του. Πώς δεν το 'χα αμέσως καταλάβει; Άρχιζε τώρα κάτι να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Ζούσα σε τέτοια ένταση, σχεδόν εξωπραγματική. Αυτό με βοηθούσε να συλλάβω ιδέες και καταστάσεις που μπορεί ποτέ άλλο­τε να μην το κατάφερνα. Ο Λύσιος πριν δυο χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση μου για υιοθεσία γιατί το παι­δί δεν θα 'ταν δικό του. Δεν το 'βλεπε σαν μια αληθινή κατάσταση και γι' αυτό δεν είχε αρνηθεί. Στ' όνομα μου είχα ζητήσει από το ίδρυμα την υιοθεσία. Εγώ θα έπαιρνα το παιδί. Και σαν άγαμη που ήμουν δεν είχα δικαίωμα να διεκδικήσω κάποιο νεογέννητο και υγιές. Γι' αυτό μου έδιναν τον Παναγιώτη. Ο Λύσιος δεν θα 'χε καμία συμμετοχή. Ο Παναγιώτης θα ήταν γι' αυτόν απλά ένας συγκάτοικος. Τώρα το πράγμα βέβαια άλ­λαζε. Αν έβγαινε κάτι απ' την κοιλιά μου θα 'ταν και δικό του αφού είχαμε αποκλειστικότητα στο σεξ. Η σχέση μας λοιπόν έπαιρνε άλλη τροπή.
Το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Και 'κείνος με τα μάτια κλειστά. Ένιωθα την κούραση να με τυλίγει ολοκληρωτικά. Έπρεπε να πάψω επιτέλους να σκέφτο­μαι. Έπρεπε να μετρήσω πάλι προβατάκια και να κοι­μηθώ . Η σημερινή μέρα είχε πολλά συσσωρεύσει. Ή­μουν από τα χαράματα ξυπνητή. Γύρισα πλευρό κι έ­κλεισα τα μάτια. Κλικ και σκοτείνιασε. Ο Λύσιος έ­σβησε το φως. Σιωπή. Ένιωσα ν' αρχίζει το ταξίδι. Βυθιζόμουν. Και τότε άκουσα πάλι να με φωνάζει. Δεν κοιμόταν. Δεν τον άφηνε η αγωνία να χαλαρώσει. Ο Λύσιος πίστευε πως μ' αγαπούσε. Μπορεί να 'ταν κι έτσι. Η αγάπη ήταν το όπλο του. Εγώ ήμουν το θύμα αυτού του όπλου. Ο Λύσιος με ήθελε όλη δική του. Κι αγωνιούσε για το τι περιείχε η τεράστια κοιλιά μου. «Μαρία, πρέπει να πας για τεστ.» Κατάλαβα πόσο μια θετική απάντηση θα 'ταν για κείνον οδυνηρή. Έβλεπα πως δεν ήθελε παιδί. Εκείνη όμως την ώρα δεν μπο­ρούσα να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που τον έκανε όχι μόνο ν' αντιδρά στην ιδέα ενός τρίτου προσώπου ανάμεσα μας, αλλά να φοβάται στην κυριολεξία την ύπαρξη του παιδιού.
Του πέταξα ένα «εντάξει» μόνο και μόνο για ν' απαλλαγώ απ' τις συζητήσεις και να κοιμηθώ. Το μυα­λό μου όμως δούλευε πυρετικά προσπαθώντας ν' ανα­λύσει τις αιτίες της τόσο μεγάλης του ταραχής. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ότι είχε ένα παιδί. Με 'κείνην. Την άλλη. Την πρώην. Ένα κορίτσι. Δικό του. Ήταν ήσυχος. Τα είχε κάνει όλα. Είχε το έπαθλο του τελειωμένου καθήκοντος. Μια καλή δουλειά. Είχε κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας. Μετά βέβαια χώρι­σε. Πλήρωνε όμως ότι μπορούσε για διατροφή. Δεν είχε τίποτα από το προσχέδιο παραλείψει όταν έφτασε στην εκτέλεση. Ήταν κερδισμένος. Κάτι περισσότερο απ' αυτό. Πλήρης. Το διάτρητο θνητό σώμα βουλωμέ­νο καλά παντού με συναισθήματα. Δεν στάζει. Δεν εκρέει. Δεν αιμορραγεί. Στηρίζεται. Έχει ολοκληρω­θεί . Τα βήματα σταθερά. Διαγραμμένα με προϋποθέ­σεις επιτυχίας. Κι όμως. Κλυδωνιζόμενα. Σε κάθε βή­μα ο κίνδυνος μια τρύπα να πετάξει το βούλωμά της. Κι η ανασφάλεια να χυθεί. Σχεδόν ένιωθα μια έντονη λύπη γι' αυτόν, εγώ, με τα χιλιάδες ανοίγματα που αφοδεύουν την ψυχή μου μετά βδελυγμίας. Όσο και να σκέφτομαι δεν κατορθώνω να καταλάβω τι είναι εκείνο το ιδιαίτερο που τον φοβίζει σ' αυτό το παιδί.
Ο Λύσιος δεν κοιμάται. Νιώθει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Δεν μιλά. Δεν μιλώ. Κάνω πως κοιμάμαι. Η ώρα περνά. Η νύχτα βαθαίνει. Η νύχτα ξασπρίζει. Ο Λύσιος πονά. Και με πονά. Το φως του φεγγαριού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο. Χτυπάει αλύπητα το πρόσωπο του. Τον κοιτάζω. Τα μάτια του ανοιχτά. Το στόμα του ακόμα μια σχισμή σφιγμένο. Δεν μιλάμε. Ξέρουμε και οι δυο, οι λέξεις δεν εκφράζουν τις καταστάσεις. Αλλοιώνουν μόνο τα γεγονότα, κρύβουν τα συναισθήματα. Η επικοινωνία δεν γίνεται με λόγια.
Γέρνω στο δικό μου πλάι. Η κοιλιά μου διαγράφει το ημικύκλιο μαζί μου. Υπάρχει πάντα. Το ξέρουμε και οι δύο. Για διαφορετικό λόγο ο καθένας μας νιώ­θει φόβο. «Αύριο να πας κιόλας.» Το περίμενα. Κι ακόμα ξέρω πως πρέπει να το κάνω. Να μάθω επιτέ­λους. Δεν πιστεύω να κοιμηθώ. Σφαλίζω όμως τα μά­τια. Λίγες ώρες με χωρίζουν απ' το αύριο. Και αύριο θα μάθω την αλήθεια. Αυτό που κουβαλάω εντός.
Στριμώχνομαι στην άκρη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω καθόλου. Έτσι ελπίζω να μην του περάσει καθόλου απ' το μυαλό η επιθυμία να γαμηθούμε απόψε. Η ένταση όμως είναι πο­λύ πιο δυνατή για να πιστέψει και ο ίδιος πως μπορεί να κοπάσει με έναν οργασμό. Δεν μας παίρνει απόψε για τέτοια.

Λεία Βιτάλη



Blackie cat

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο αργός θάνατος του ποιητή ...


Βαρλάμ Σαλάμοφ Τσέρι Μπράντι ή ο αργός θάνατος του ποιητή



Ο ποιητής αργοπέθαινε. Οι μεγάλες, πρησμένες από την πείνα φλέβες των χεριών με τα λευκά, δίχως αίμα, δάχτυλα και τα μεγάλα νύχια, ακουμπούσαν στο στήθος, μη θέλοντας να προστατευτούν από την παγωνιά. Παλιά τα έχωνε πάνω στην κοιλιά του, πάνω στο γυμνό κορμί του, τώρα όμως εκεί δεν ήταν πια ζεστά. Από καιρό του είχαν κλέψει τα γάντια × για να κλέψει κανείς θα πρέπει να ήταν απλά θρασύς, έκλεβαν τα πάντα μέρα μεσημέρι. Ο χλομός ηλεκτρικός ήλιος, βρωμισμένος από μύγες και στερεωμένος μέσα σε ένα στρογγυλό πλέγμα, ήταν καρφωμένος ψηλά στο ταβάνι. Το φως έπεφτε στα πόδια του ποιητή, - ήταν ξαπλωμένος σα σε φέρετρο, στο σκοτεινό βάθος της κάτω σειράς των διώροφων ξυλοκρέβατων. Κατά διαστήματα τα δάχτυλα των χεριών του κουνιόνταν, λες και χτυπούσαν καστανιέτες και ψαχούλευαν το κουμπί, την κουμπότρυπα, την τρύπα στον επενδυτή, έκαναν πως μαλώνουν και μετά ξανάμεναν ακίνητα. Ο ποιητής αργοπέθαινε για τόσο μεγάλο διάστημα που δεν καταλάβαινε πια ότι πεθαίνει. Κάποιες στιγμές, επώδυνα και σχεδόν ορατά περνούσε από το μυαλό του κάποια απλή μα δυνατή σκέψη – ότι του είχαν κλέψει το ψωμί, το οποίο είχε βάλει κάτω από το προσκεφάλι του. Και αυτό ήταν τόσο οδυνηρό που ήταν έτοιμος να μαλώσει, να βρίσει, να πλακωθεί στο ξύλο, να αναζητήσει τον ένοχο, να το αποδείξει. Δεν είχε όμως δυνάμεις για όλα αυτά κι έτσι η σκέψη για το κλεμμένο ψωμί έφευγε . . . Και αμέσως άρχιζε να σκέφτεται για κάτι άλλο, για το ότι όλους πρέπει να τους μεταφέρουν δια θαλάσσης αλλά για κάποιο λόγο το ατμόπλοιο καθυστερεί και τι καλά που αυτός είναι εδώ. Και έτσι εύκολα και άστατα άρχιζε να σκέφτεται για το μεγάλο εκ γεννητής σημάδι στο πρόσωπο του θαλαμοφύλακα του παραπήγματος. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σκεφτόταν τα γεγονότα εκείνα που αποτελούσαν τη ζωή του εδώ. Τα οράματα, που έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια, δεν ήταν τα οράματα της παιδικής ηλικίας, της νιότης, της επιτυχίας. Όλη του τη ζωή βιαζόταν. Ήταν θαυμάσιο που τώρα δεν βιαζόταν πια, που μπορούσε να σκέφτεται αργά. Αλλά και χωρίς να βιάζεται πια σκεφτόταν την μεγάλη μονοτονία των προθανάτιων κινήσεων, για εκείνα που αντιλήφθηκαν και περιέγραψαν οι γιατροί πριν από τους καλλιτέχνες και τους ποιητές. Το πρόσωπο του Ιπποκράτη είναι η προθανάτια μάσκα του ανθρώπου – αυτό είναι γνωστό σε κάθε φοιτητή της ιατρικής σχολής. Αυτή η μυστηριώδης μονοτονία των προθανάτιων κινήσεων ήταν η αφορμή που ώθησε τον Φρόιντ να κάνει τις πιο τολμηρές υποθέσεις. Η μονοτονία, η επανάληψη – να πια είναι η υποχρεωτική βάση της επιστήμης. Αυτό που στο θάνατο είναι μοναδικό, αναζητούσαν όχι οι γιατροί, αλλά οι ποιητές. Ήταν ευχάριστο να συνειδητοποιεί ότι μπορεί ακόμη να σκέφτεται. Η τάση προς εμετό που προκαλεί η μόνιμη πείνα είχε γίνει οικεία από καιρό. Και όλα ήταν ισότιμα  - ο Ιπποκράτης, ο θαλαμοφύλακας και το δικό του βρώμικο νύχι. Η ζωή πότε έφευγε και πότε ξαναγυρνούσε, αργοπέθαινε. Η ζωή όμως εμφανίστηκε και πάλι, τα μάτια άνοιξαν, σκέψεις ήρθαν στο μυαλό του. Το μόνο που δεν εμφανίστηκε ξανά ήταν επιθυμίες. Εδώ και καιρό ζούσε στον κόσμο εκείνο, όπου συχνά υποχρεώνεσαι να επαναφέρεις στη ζωή ανθρώπους – με τεχνητή αναπνοή, γλυκόζη, καμφορά, καφεΐνη. Ο νεκρός επανέρχεται στη ζωή. Και γιατί όχι άλλωστε; Εκείνος, άραγε, πίστευε στην αθανασία, στην αληθινή ανθρώπινη αθανασία; Συχνά σκεφτόταν ότι απλά δεν υπάρχει καμία βιολογική αιτία που να εμποδίζει τον άνθρωπο να ζει αιώνια . . . Τα γερατειά είναι απλά μια ιάσιμη ασθένεια, κι αν δεν υπήρχε αυτή η ανεπίλυτη μέχρι τη στιγμή τούτη παρεξήγηση, αυτός θα μπορούσε να ζήσει αιώνια. Ή τουλάχιστον μέχρι να κουραστεί. Δεν είχε όμως κουραστεί καθόλου από τη ζωή. Ακόμη και τώρα, εδώ, σ’ αυτό το παράπηγμα των εξόριστων, στο «τμήμα μεταγωγών», πόσο γλυκά μιλούσαν οι κάτοικοι του. Ήταν ο προθάλαμος της φρίκης, δεν ήταν όμως η ίδια η φρίκη. Απεναντίας, εδώ υπήρχε το πνεύμα της ελευθερίας και αυτό γινόταν αντιληπτό απ’ όλους. Μπροστά του είχε το στρατόπεδο, πίσω του, την φυλακή. Αυτός ήταν ο κόσμος «καθ’ οδόν», και ο ποιητής το γνώριζε πολύ καλά. Υπήρχε ακόμη ο δρόμος της αθανασίας, ο δρόμος του Τιούτσεφ:

Ευλογημένος ‘κείνος που ‘ρθε στον κόσμο τούτο
Στις μοιραίες του στιγμές

Αν όμως κι εκείνος, όπως φαίνεται, δεν θα γίνει αθάνατος με την ανθρώπινη μορφή, σαν φυσικό πρόσωπο – μονάδα, τουλάχιστον έχει εξασφαλίσει την αθανασία ως δημιουργός. Τον αποκάλεσαν πρώτο ρώσο ποιητή του εικοστού αιώνα, και συχνά σκεφτόταν, ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Πίστευε στην αθανασία των ποιημάτων του. Δεν είχε μαθητές, αλλά μήπως οι ποιητές τους αντέχουν; Έγραφε και πρόζα – κακή, έγραψε και άρθρα. Μόνο όμως στα ποιήματα ανακάλυψε κάτι καινούριο για την ποίηση, σημαντικό, όπως νόμιζε πάντα. Έζησε όλη την προηγούμενη ζωή του μέσα στη λογοτεχνία, στα βιβλία, στα παραμύθια, στα όνειρα και μόνο η σημερινή μέρα ήταν για εκείνον το διάστημα που έζησε  την πραγματική ζωή.

Οσίπ Μαντελστάμ (1891 - 1938)



Όλα αυτά τα σκεφτόταν όχι με διάθεση αντιδικίας, αλλά ήρεμα, κάπου βαθιά μέσα του. Οι σκέψεις αυτές δεν είχαν πάθος. Η αδιαφορία τον είχε κυριεύσει από καιρό. Όλα αυτά ήταν πια ανοησίες, «ποντίκια που τρέχουν πανικόβλητα» εν συγκρίσει με την αβάσταχτη δυσκολία της ζωής. Απορούσε μάλιστα που μπορεί ακόμη να σκέφτεται τα ποιήματα, όταν όλα πια είχαν τελειώσει, πράγμα που ο ίδιος το γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Σε ποιον άραγε να χρειάζεται εδώ, με ποιον μπορεί να συγκριθεί; Όλα αυτά έπρεπε να κατανοηθούν κι έτσι εκείνος περίμενε . . . και κατάλαβε.

Εκείνες τις στιγμές που η ζωή επέστρεφε στο κορμί του και τα μισάνοιχτα θολά του μάτια άρχιζαν ξαφνικά να βλέπουν γύρω τους, τα βλέφαρα τρεμόπαιζαν και τα δάχτυλα κουνιόνταν, επέστρεφαν και οι σκέψεις, για τις οποίες δεν ήθελε να σκεφτεί ότι είναι οι τελευταίες.

Η ζωή επανέρχονταν πάντα σαν αυταρχική νοικοκυρά: δεν την καλούσε ο ίδιος, και παρόλα αυτά εκείνη επέστρεφε στο κορμί του, στον εγκέφαλό του, επέστρεφε σαν ποιήματα, σαν έμπνευση. Και η σημασία αυτής της λέξης για πρώτη φορά του αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο. Τα ποιήματα είναι εκείνη η ζωοδόχος δύναμη με την οποία ζούσε. Δεν ζούσε για τα ποιήματα, ζούμε με τα ποιήματα.

Τώρα όλα ήταν τόσο προφανές και αισθητό ότι η έμπνευση είναι η ίδια η ζωή × λίγο πριν τον θάνατο  του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει ότι η ζωή είναι έμπνευση, κυρίως έμπνευση.

Κι ένιωσε πολύ χαρούμενος που μπόρεσε να μάθει αυτή την τελευταία αλήθεια.

Όλα, ο κόσμος ολάκερος εξισώθηκε με τα ποιήματα: η δουλειά, η χλαπαταγή των αλόγων, το σπίτι, το πουλί, ο βράχος, ο έρωτας – όλη η ζωή έμπαινε εύκολα στα ποιήματα και εκεί βολευόταν άνετα. Και έτσι έπρεπε να είναι, αφού τα ποιήματα ήταν ο λόγος.

Οι στροφές έβγαιναν και τώρα πολύ εύκολα η μία μετά την άλλη, και, παρόλο που από καιρό τώρα δεν έγραφε και δεν μπορούσε να καταγράψει τα ποιήματά του, παρόλα αυτά τα λόγια αποκτούσαν εύκολα κάποιον δεδομένο και κάθε φορά ασυνήθιστο ρυθμό. Ο ρυθμός ήταν αναζητητής, μαγνητικό εργαλείο αναζήτησης των λέξεων και των εννοιών. Κάθε λέξη ήταν ένα μέρος του κόσμου, ανταποκρινόταν στον ρυθμό και ο κόσμος ολάκερος περνούσε με την ταχύτητα κάποιου ηλεκτρονικού μηχανήματος. Όλες φώναζαν: πάρε κι εμένα. Όχι, εμένα. Δεν χρειαζόταν να ψάξει τίποτα. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να πετάει. Λες και εδώ υπήρχαν δύο άνθρωποι – εκείνος, ο οποίος συνθέτει, ο οποίος άφησε ελεύθερη την φλυαρία του, και ο άλλος, εκείνος ο οποίος επιλέγει και από καιρό εις καιρόν σταματάει την μηχανή που δουλεύει. Και, βλέποντας ότι αυτός – είναι δύο άνθρωποι, ο ποιητής κατάλαβε ότι τώρα και μόνο τώρα γράφει πραγματικά ποιήματα.  Και τι έγινε που δεν γράφτηκαν στο χαρτί; Να γράφεις στο χαρτί, να δημοσιεύεις – όλα αυτά είναι ματαιότης ματαιοτήτων. Όλα όσα γεννιούνται ιδιοτελώς δεν είναι και τα καλύτερα. Το καλύτερο είναι εκείνο που δεν γράφτηκε στο χαρτί, που δημιουργήθηκε και εξαφανίστηκε, που χάθηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη, και μόνο η χαρά της δημιουργίας, την οποίο νιώθει ο ίδιος και την οποία αποκλείεται να την μπερδέψει με οτιδήποτε άλλο, αποδεικνύει ότι το ποίημα γράφτηκε, ότι είναι θαυμάσιο το ότι γράφτηκε. Μήπως όμως λαθεύει; Μήπως η χαρά της δημιουργίας του δεν είναι αλάθητη;

Θυμήθηκε πόσο άσχημα, πόσο ποιητικά αδύναμα ήταν τα τελευταία ποιήματα του Μπλοκ και πως ο Μπλοκ δεν το καταλάβαινε αυτό . . .

Ο ποιητής υποχρέωσε τον εαυτό του να σταματήσει. Αυτό ήταν πιο εύκολο να το κάνει εδώ, παρά στο Λένινγκραντ ή την Μόσχα.

Εδώ έπιασε τον εαυτό του να μην σκέφτεται από καιρό για οτιδήποτε. Η ζωή έφυγε και πάλι από μέσα του.

Για ώρες πολλές παρέμεινε ακίνητα ξαπλωμένος και ξαφνικά είδε λίγο πιο μακριά κάτι που έμοιαζε με τόξο ή γεωλογικό χάρτη. Ο χάρτης ήταν βωβός και με μεγάλη προσπάθεια ήθελε να καταλάβει τι απεικόνιζε. Πέρασε ώρα πολλή, μέχρι που να καταλάβει ότι ήταν τα ίδια του τα δάχτυλα. Στις άκρες των δαχτύλων του είχαν απομείνει οι καφετιές κηλίδες από τα τσιγάρα που κάπνισε, που βύζαξε – στο προσκεφάλι μου φαινόταν καθαρά το δαχτυλοσκοπικό σκίτσο, σαν σχέδιο κορυφογραμμής. Το σκίτσο ήταν όμοιο και για τα δέκα δάχτυλα – ομόκεντροι κύκλοι που έμοιαζαν με τομή από κορμό δέντρου. Τότε θυμήθηκε πως κάποτε, στην παιδική του ηλικία, τον είχε σταματήσει στη λεωφόρο ένας κινέζος που δούλευε στο γειτονικό καθαριστήριο, το οποίο βρισκόταν στο υπόγειο του σπιτιού όπου είχε μεγαλώσει. Ο κινέζος τυχαία του έπιασε το ένα χέρι, μετά το άλλο, γύρισε τις χούφτες προς τα πάνω και εκστατικός φώναξε κάτι στην γλώσσα του. Απ’ ότι αποδείχτηκε αργότερα, είχε πει ότι ο μικρός θα είναι ευτυχισμένος, αφού διαθέτει προς τούτο ένα ασφαλές σημάδι. Αυτό το σημάδι της ευτυχίας ο ποιητής το θυμόταν πολλές φορές, ιδιαίτερα συχνά όμως όταν τύπωσε το πρώτο του βιβλίο. Τώρα θυμόταν τον κινέζο δίχως κακία και δίχως ειρωνική διάθεση – του ήταν όλα αδιάφορα.


Το κυριότερο ήταν ότι δεν είχε πεθάνει ακόμη. Τι σημαίνει όμως: πέθανε σα ποιητής; Κάτι το παιδικά αθώο θα πρέπει να έχει αυτός ο θάνατος. Ή κάτι το επιτηδευμένο, το θεατρικό, όπως στο θάνατο του Γιεσένιν και του Μαγιακόφσκι.

Πέθανε σαν ηθοποιός – αυτό είναι κατανοητό κάπως. Αλλά τι θα πει πέθανε σα ποιητής;

Ναι, κάτι είχε καταλάβει για το τι τον περίμενε. Στο τμήμα μεταγωγών είχε προλάβει να καταλάβει και να μαντέψει πολλά. Και ήταν χαρούμενος, χαιρόταν ήρεμα για την αδυναμία του και ήλπιζε ότι θα πεθάνει. Θυμήθηκε μια παλιά διαμάχη που είχε στη φυλακή: τι είναι χειρότερο: η φυλακή ή το στρατόπεδο; Κανείς δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια, τα επιχειρήματα ήταν θεωρητικά, ενώ ο άνθρωπος που μεταφερόταν από το στρατόπεδο στη φυλακή απλά χαμογελούσε με σκληρότητα. Θυμόταν για πάντα το χαμόγελο αυτού του ανθρώπου, σε τέτοιο βαθμό που φοβόταν να θυμάται.

Σκεφτείτε πόσο επιδέξια θα ξεγελάσει όλους εκείνους που τον έφεραν εδώ, αν πεθάνει τώρα – για δέκα ολόκληρα χρόνια. Πριν από μερικά χρόνια ήταν εξόριστος και γνώριζε ότι έχει καταγραφεί για πάντα στους ειδικούς καταλόγους. Για πάντα; Τα όρια μπερδεύτηκαν, τα λόγια έχασαν το νόημα τους.

Ένιωσε και πάλι την πλημμυρίδα των δυνάμεών του, μια πλημμυρίδα σαν εκείνη της θάλασσας. Μια πλημμυρίδα που κράτησε ώρες. Και μετά η άμπωτης. Η θάλασσα όμως δεν φεύγει για πάντα μακριά μας. Θα συνέλθει κι αυτός.

Άξαφνα θέλησε να φάει, δεν είχε όμως τις δυνάμεις να κινηθεί. Αργά και με δυσκολία θυμήθηκε ότι έδωσε τη σημερινή του σούπα στον γείτονα, ότι το κύπελλο με το ζεστό νερό ήταν τώρα πια η μοναδική του τροφή για την τελευταία του μέρα. Εκτός από το ψωμί, φυσικά. Το ψωμί όμως το μοίρασαν πριν από πολλές ώρες. Το χθεσινό του το είχαν κλέψει. Κάποιος είχε ακόμη δυνάμεις να κλέβει.

Έμεινε λοιπόν ξαπλωμένος δίχως να σκέφτεται τίποτα μέχρι που ήρθε το πρωί. Το ηλεκτρικό φως έγινε πιο κίτρινο και έφεραν πάνω σε ταψιά ψωμί, έτσι όπως έκαναν κάθε μέρα.

Δεν ανησυχούσε όμως, δεν κοιτούσε την κόρα, δεν έκλαιγε, αν δεν έφτανε η κόρα γι’ αυτόν, δεν έχωνε στο στόμα του με τρεμάμενα δάχτυλα την ψίχα και η ψίχα να λιώνει στο στόμα του, τα ρουθούνια του ήταν πρησμένα και με όλες του τις αισθήσεις ένιωθε την γεύση και την μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ψωμιού. Η ψίχα όμως δεν ήταν στο στόμα του, παρόλο που δεν είχε προλάβει όχι μόνο να καταπιεί μια γουλιά αλλά ούτε καν να κουνήσει τα χείλη του. Το κομμάτι του ψωμιού έλιωνε, εξαφανίστηκε και αυτό ήταν θαύμα – ένα από τα πολλά θαύματα που συμβαίνουν εδώ. Όχι, τώρα πια δεν ανησυχούσε. Όταν όμως του απώθησαν στα χέρια το σημερινό προσφάι, το άρπαξε με τα δίχως αίμα δάχτυλα του και έφερε το ψωμί στο στόμα του. Μασούσε το ψωμί με τα σαπισμένα του δόντια, τα ούλα μάτωναν, τα δόντια κουνιόνταν, εκείνος όμως δεν ένιωθε τον πόνο. Με όσες δυνάμεις του απέμεναν έφερνε το ψωμί στο στόμα του, το έχωνε μέσα, το μασούσε, το κατάπινε . . . Τον σταμάτησαν οι συγκάτοικοί του . . .

Μην το τρως όλο, καλύτερα να το φας αργότερα . . . Τότε ο ποιητής κατάλαβε. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, δίχως να αφήνει το ματωμένο από τα βρώμικα, μελανά του δάχτυλα, ψωμί.

Πότε αργότερα; - είπε με φωνή καθάρια. Κι έκλεισε τα μάτια του.

Λίγο πριν βραδιάσει πέθανε.


Τον διέγραψαν από τις καταστάσεις μετά από δύο ημέρες – οι επινοητικοί συγκάτοικοι του κατόρθωσαν να παίρνουν το μερίδιο του σε ψωμί για δύο ακόμη μερόνυχτα × ο νεκρός σήκωνε το χέρι, σαν μαριονέτα. Πάει να πει, πέθανε νωρίτερα από την ημερομηνία θανάτου που γράφουν στα χαρτιά – ένα σημαντικό στοιχείο για τους μελλοντικούς του βιογράφους.
Βαρλάμ Σαλάμοφ
Ένας ενοχλητικός αυτόπτης μάρτυρας


1958

Μτφ: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 

ΠΗΓΗ: samizdat project






Blondie